Μάρκος!
Περπάτουσα στον δρόμο και είδα δύο γνωστές μορφές να γελάνε, και τα δύο γέλια ήταν γνωστά πόσο μάλλον το ένα, που το άκουγα κάθε μέρα.
Επιβραδίνω το βήμα μου και βλέπω επειτελους τις μορφές τους, τηβ αδερφή μου έχω να την δω δύο εβδομάδες έχει πάρει άδεια και δεν μου μιλάει και πολύ, ήταν χοντρό αυτό που έκανα αλλά κάποια στιγμή θα καταλάβει γιατί το έκανα.
Κοιτάω την δίπλα κοπέλα και ενώ το πίσω μέρος είναι γνωστό και το γέλιο δεν αναγνωρίζω τα μαλλιά. Μα τι στο;
Γυρνάει το κεφάλι της και έγω κρύβομαι πίσω από έναν τοίχο. Αχ να μην με είδε.
Κοίταξα λίγο και είδα ότι είχαν φύγει, πήρα τον πιο κοντό δρόμο που σε πηγαίνει πιο γρήγορα στο σπίτι της Ανδρομαχης και πέρασα από ένα στενό.
Έφτασα σπίτι της και αφού βεβαιοθηκα ότι αυτή που αντίκρισα πριν είναι η Χριστίνα έφυγα.
Είμαι τόσο μάλακας,αφού δεν μπορώ χωρίς εκείνη γιατί την χωρισα;
Πιάνω το κινητό μου και της στέλνω ένα μήνυμα.
**Πολύ ωραία τα μαλλιά, θέλω να σε συνάντησω! Κρυφά!**
**είσαι μάλακας ή το παίζεις; **
**Κάποτε αυτός ο Μαλακάς σε έκανε να ακούγεται τρία τετράγωνα μακριά! **
*Επειδή θες να τα ακούσεις, άστο διάλο πρώτων και δεύτερον εσύ με χωρίσες αποφάσισε τι θες. Το βράδυ έχω έξοδο και δεν μπορώ να γυρίσω στα παλιά αγοράκι. *
Τσαντηζομαι και γράφω
* Με ποιον; Αν τολμησει κάνεις και άπλωσει τα χέρια του πάνω σου θα τον αποτελείσω. *
*με όποιον γουστάρω αγοράκι,μπορεί να τον ξέρεις κιόλας! ;-) *
Βλέπω το μήνυμα και πετάω το κινητό στον τοίχο, γίνεται χίλια δύο κομμάτια.
Δεν μπορώ μακριά της οι γκομενες δεν μου προσφέρουν κάτι, μόνο σεξ αυτό όμως το έκανα και με την Χριστίνα και ήταν πολύ καλητερο.
Μου λείπει γαμωτο.
Όλο το βράδυ γυρίζω και ξαναγυριζω την πόλη με το αυτοκίνητο, βρίσκω ένα κοντινό μπαρ, που συνιθηζα να πηγαίνω με την Χριστίνα και μπαίνω μέσα.
Κάθομαι στην μπάρα και περνώ μερικά σφηνακια για αρχή.
Κοιτάω την πόρτα που μπαίνει κόσμος και ξαφνικά βλέπω την Χριστίνα να μπαίνει μέσα με έναν, τζιζας.
Με κοιτάει και τα βλέμματα μας κλειδωνουν.
Μου χαμόγελαει ειρωνικά και κάθεται με τον Χλεχλε σε ένα τραπεζάκι.
Το είπε και το έκανε, το φελεκι μου μέσα.
" Δύο τεκίλες! "βλέπω τον χλεχλε δίπλα μου και γελάω.
" Δεν πίνει τεκίλα, της καεί το λαιμό, προτίμησε βότκα βυσσινο."
Με κοιτάει με απορία και σηκώνω απλά τους όμους μου..
" Είναι δικιά μου μεγάλε! "
" Μάλιστα, και ποιος είσαι εσύ;"
" Μάρκο μου γιατί αργείς το...Μάρκο;"
" Όπα μπερδευτικα και αυτόν Μάρκο τον λένε; "
Λέω και την κοίταω απορημένος.
" Εμμ..Ναι! "
" Δεν το πιστεύω! "
Λέω και κοίτα Τον άλλο δίπλα της.
" Αν ήθελες να με αντικαταστησεις να μην το έκανες με έναν συνονοματο, τώρα εστανομαι ότι με αντικαταστησες για τα καλά. "
" Μάρκο.. Δεν"
" Κύριε, πρόσεχε την, να είναι καλά, εγώ ήμουν μάλακας και δεν μπόρεσα να την κρατήσω, από μια μάλακια μου. Να την κάνεις χαρούμενη,γιατί αν την δω να κλαίει ποτέ, θα σε σκότωσω με τα ίδια μου τα χέρια.
Της αρέσουν τα τριαντάφυλλα, σε κόκκινη απόχρωση, δεν πίνει τεκίλα, μόνο βότκα κεράσι, και στο κρεβάτι προτιμάει να έχει το πάνω χέρι! "
Με κοιτάει και γουρλωνει τα μάτια της.
Αφήνω χρήματα πάνω στην μπάρα και φεύγω. Έτσι όπως τα έκανα ας τα λουστω.
Αγάπες χέιιι,θα το έβαζα νωρίτερα αλλά κόλλησε το Wattpad και έτσι το βάζω τώρα, πείτε μου πως σας φάνηκε σε σχολιακια και μην ξεχάσετε να ψηφίσετε. -.-
Αν και πιστεύω το κατάλαβατε στην φώτο είναι ο Μάρκος, αγάπες δεν είναι κουκλί το παιδί;
