<<Που το ξερεις;>> την ρώτησα χωρις να σκεφτομαι και να καταλαβαινω το τι γινεται γυρω μου. Κανένας δεν τους έχει αναφέρει από τότε. Από εκείνη την ημέρα.
<<Μυρτω; Μυρτώ όλα καλα; Μυρτώ με ακους;>> κάποιος με κουνούσε και με φώναζε αλλά δεν μπορούσα να γυρίσω στην πραγματικότητα, απλά δεν μπορούσα. Τους θυμήθηκα. Μου εχουν λείψει. Ειναι η πρώτη φορά μετά από 11 χρόνια που το παραδέχομαι, ακομα και στον εαυτό μου. Κάθε μέρα προσπαθούσα να τους μισησω περισσότερο. Και αλήθεια λεω, τα είχα καταφέρει, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα, αλλά τώρα; Τωρα τους θυμήθηκα και κατάλαβα πως μου έχουν λείψει. Ότι τους θέλω στην ζωή μου και ότι δεν ξέρω πώς τόσα χρόνια μπορούσα να ζήσω μακριά τους.
Βγήκα από την κουζίνα και άνοιξα την εξώπορτα. Άρχισα να τρέχω στους δρόμους. Δεν ήξερα που ήμουν και γιατί ακριβώς τρέχω. Λογικά για να ξεφύγω από της σκέψεις μου αλλά αυτό δεν γίνεται.
Σταμάτησα να τρέχω γιατί κουράστηκα, και άρχισα να περπατάω σαν χαμένη. Ένα κορναρισμα ήχησε στα αφτιά μου, και όταν γύρισα να δω προς αυτό το μέρος, τα φώτα με τιφλωσαν. Δεν μπορουσα να κουνηθω. Ηταν λες και πάτησα σε λάσπη και δεν μπορουσα να κανω βημα. Το αμάξι έρχεται κατά πάνω μου και εγώ δεν κάνω τίποτα. Απλά το κοιτάω. Όταν πλησιάζει ακόμα λίγο, σφίγγω τα μάτια μου και περιμένω να με πατήσει.
Άνοιξα τα μάτια μου και το αμάξι ήταν σταματημένο. Δεν πολύ κατάλαβα τι έχει γίνει.
<<πας καλα; τι κανεις;>> ήρθε ο οδηγός του σταματημένου αυτοκίνητου και με έπιασε από τους ώμους.
<<Μυρτώ τι πας να κανεις;>> με ξανά ρώτησε και τον κοιταξα στα μάτια. Τον αγκάλιασα και άρχισα να κλαίω.
<<Αγάπη μου, ηρέμησε>> άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά παριγγοριτικα, οπως συνήθιζε να κανει.
<<πάμε στο αμάξι>> με έβαλε στην θέση του συνοδηγού και μετά από λίγο μπήκε στην θέση του οδηγού και άρχισε να οδηγεί. Οδήγησε για δύο λεπτά και σταματήσαμε σε ένα πάρκο. Βγήκε απο το αυτοκίνητο και ήρθε δίπλα μου να με πάρει και να πάμε να κατσουμε σε ένα παγκάκι.
Δεν μιλούσε κανένας από τους δύο μας. Απλά με έχει στην αγκαλιά του, κάτω από το φως του φεγγαριού.
<<θέλεις να μου πεις τι έγινε και έτρεχες έτσι πριν;>> <<Μου λείπουν>> δεν σκέφτηκα καν για την απάντηση μου. Απλά μου βγήκε αυθόρμητα. <<Ποιοι;>> ρώτησε μπερδεμενος και γύρισα για να τον κοιτάω στα μάτια. <<οι...>> δεν μπορούσα να την πω αυτή την λέξη.
<<Η Ελένη και ο Νικόλας>> είπα τελικά <<οι γονείς σου;>> ρώτησε όλο απορία και έγνεψε θετικά. <<δεν ξέρω τι έχει γίνει μεταξύ σας, αλλά γιατί δεν πας να τους μιλήσεις;>> <<Γιατί δεν Θέλω, τους σιχαίνομαι>> του απαντησα με μισος <<με μπερδεψες>> ειπε και έριξε ενα απαλό γελακι για να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα. <<άστο, είναι μεγάλη ιστορία>> είπα και σηκώθηκα.
<<Που πας;>> ρώτησε και τότε κατάλαβα πως δεν ξέρω που βρίσκομαι, όπως δεν ξέρω που βρίσκετε και το σπίτι της μαρίνας. <<δεν ξερω>> είπα και ανασηκωσα τους ώμους μου. <<να σε πάω κάπου;>> <<δεν χρειάζεται, θα πάρω ταξι. Ευχαριστώ>> άρχισα να κάνω πίσω βήματα και μετά από λίγο γύρισα για να περπατήσω κανονικά και να φύγω.
<<κάτσε λιγο ακόμα>> με έπιασε από το μπράτσο και με γύρισε προς την μεριά του, με αποτέλεσμα να είμαστε σε απόσταση αναπνοής, με αποτέλεσμα να είναι αμήχανο.
Κοίταξε την μπλούζα μου και την κοίταξα και εγώ. Τότε θυμήθηκα τι έγινε το πρωί. <<πονας;>> εγνεψα αρνητικά και έκανα ένα βήμα πίσω. Αυτός έκανε ένα μπροστά και βρεθήκαμε πάλι στην αρχική μας θέση.
<<Μυρτω>> <<Χρήστο>> είπαμε την ίδια στιγμή και γελάσαμε. <<Τιποτα>> ξανά είπαμε ταυτόχρονα και ξανά γελάσαμε. Άρχισε να φυσάει, και τα μαλλιά μου άρχισαν να πετάγονται από εδώ και από εκεί, καλύπτοντας το πρόσωπο μου. Επιασε μια τούφα μου και την έβαλε πίσω από το αυτί μου.
<<Πρέπει να φυγω>> είπα βιαστικά και απομακρύνθηκα από κοντά του
<<μπες στο αμάξι να σε παω>> είπε και άρχισε να περπατάει μαζί μου
<<Που να σε παω;>> ρώτησε μόλις μπήκαμε στο αμάξι <<δεν ξερω>> γέλασε. Πόσο μου έχει λείψει αυτό το γελιο; <<δεν αστειεύομαι>> είπα σοβαρά.
Εβαλε μπρος.
<<Που παμε;>> <<Σσς>> οδηγούσε για κάνα τέταρτο και φτάσαμε σε μια γειτονιά. Όταν κοίταξα καλύτερα κατάλαβα πως ήμασταν μπροστά από το σπίτι της μαρίνας. <<Πως->> <<Οποίος ενδιαφέρεται μαθαίνει, καληνύχτα>> ειπε γλυκα και μου χαμογέλασε <<καληνύχτα>> είπα χωρις να τον ξαναρωτησω για το πως ξερει για το σπιτι την Μαρινας και βγήκα από το αυτοκίνητο του.
<<ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΠΟΥ ΕΊΧΕΣ ΠΆΕΙ ΤΌΣΕΣ ΩΡΕΣ; ΑΝΥΣΗΧΗΣΑΜΕ!>> άρχισε να φωνάζει ο Μιχάλης μόλις μπήκα μέσα
<<Θα σου πω αύριο. Είμαι κουρασμένη>> ειπα χωρις να εχω ορεξη πήγα στην τουαλέτα για να κάνω ένα μπάνιο να χαλαρώσω.
Όση ώρα έκανα μπάνιο σκευτομουν την τελευταία πρόταση που είπε ο Χρήστος. <<Οποίος ενδιαφέρεται μαθαίνει>>
ESTÁS LEYENDO
ΝΑΙ ΚΑΛΑ [2]
Novela Juvenil• ΔΕΎΤΕΡΟ ΒΙΒΛΊΟ • - Και χωρίσαμε, βασικά μας χώρισαν! Μας χωρισαν οι βλακείες που κάναμε, πριν καν γνωριστούμε! Και χαθήκαμε, όχι επειδή το θέλαμε, αλλά επειδή έτσι έγινε. Τωρα; Τι κάνουμε; - -ΠΕΡΙΓΡΑΦΉ ΣΤΟ 1ο ΚΕΦΆΛΑΙΟ- 05 Ιουνίου 2018 - #26 εφηβι...
![ΝΑΙ ΚΑΛΑ [2]](https://img.wattpad.com/cover/138177011-64-k998991.jpg)