Κεφάλαιο 1

5.6K 218 5
                                        

Η Αλεξάνδρα Βρεττού γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα μέσα στο χρυσό κλουβί της. Από μικρή είχε τα πάντα στα πόδια της μιας και ο πατέρας ήταν βουλευτής και η μητέρα της κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας που είχε κληρονομήσει από τους γονείς της και με τον γάμο της με τον Χριστόφορο Βρεττό αλλά και μετά τον θάνατο των γονιών της. Η Αλεξάνδρα φαινόταν από μικρή που ήταν ότι δεν την ενδιέφεραν ποτε τα πλούτη και τα μεγαλεία. Το μόνο που απολάμβανε με τα λεφτά που είχαν οι γονείς της ήταν τα ταξίδια. Λάτρευε να ταξιδεύει και είχε φυσικά ταξιδέψει σε διαφορα μέρη στην Ελλάδα αλλά και φυσικά στο εξωτερικό. Δεν έκανε ποτε τις σταθερές φιλίες και δεν την ενδιέφερε και πολύ. Στο ιδιωτικό σχολείο που την έστελναν οι γονείς της όλα τα κορίτσια μιλούσαν για τα λεφτά που είχαν οι γονείς τους για ρούχα μαλλιά και άλλες τέτοιες αηδίες που συζητάνε όλα τα πλουσιοκόριτσα. Και εκείνη το ίδιο ήταν... ένα πλουσιοκόριτσο ήταν και εκείνη όμως με μια διαφορα ποτε της δεν ενδιαφέρθηκε για τα λεφτά. Δεν ενδιαφέρονταν να ακολουθεί τους γονείς της σε πάρτυ και δεξιώσεις ούτε την ενδιέφερε να έχει πάντα προσεγμένη την εμφάνιση και το ντύσιμο της όπως αλλά κορίτσια της ηλικίας της. Εκείνη ήθελε να παίζει... να διασκεδάζει όπως έκαναν όλα τα αλλά παιδιά εκτός από τα παιδιά των πλουσίων. Πολλές φορές είχε πιάσει τον εαυτό της να εύχεται να μην είχε γεννηθεί σε πλούσια οικογένεια γιατί τώρα θα μπορούσε να είναι έξω στις πλατείες όπως όλα τα παιδιά και να παίζει κάτι που φυσικά δεν επέτρεπε η μητέρα της. Η Ρεγγίνα ήταν πάντα αυστηρή σε ότι αφορούσε την εμφάνιση της κόρης της και πάντα αγανακτούσε για να την πείσει να τους ακολουθεί σε διάφορες εμφανίσεις που έκαναν τακτικά οι γονείς της μαζί με τον μεγάλο της αδερφό τον Μάριο. Ο Μάριος ήταν ο ετεροθαλής αδερφός από τον πρώτο γάμο του πατέρα της. Έχασε πολύ νωρίς την πρώτη σύζυγο και έτσι ξανά παντρεύτηκε με την Ρεγγίνα και εκείνη μεγάλωσε με μεγάλη χαρά τον Μάριο τον οποίο έχει σαν δικό της παιδί και εκείνος την φωνάζει μαμα παρόλο που δεν είναι η βιολογική του μητέρα. Την μεγαλύτερη αδυναμία όμως την έχει στην αδερφή του. Για την Αλεξάνδρα είναι πάντα εκεί και οποίος την πείραζε είχε να κάνει μαζί του. Παρόλο που είχαν δέκα χρόνια διαφορά ο Μαριος δεν είχε ποτε κανένα πρόβλημα να βγαίνει έξω μαζί της και να κάνουν διάφορα πράγματα μαζί. Υπήρχαν φορές μάλιστα που είχε αρνηθεί να βγει με τους φίλους του για να βγει με την αδερφή του που βαριόταν αφόρητα μέσα στο σπίτι. Κρυφά με τον αδερφό της πήγαιναν στα μέρη που έπαιζαν όλα τα παιδιά και μονο εκεί ενιωθε πως ηταν ελευθερη. Φυσικά αυτό ήταν το μικρό τους μυστικό με τον Μάριο. Δεν το ήξερε κανεις. Στους γονείς τους έλεγαν ότι θα πάνε σινεμά η κάποια βόλτα με το αυτοκίνητο για να ξεσκάσουν. Η Ρεγγίνα όμως δεν ήξερε ότι η κόρη της σχεδόν κάθε απόγευμα που έβγαινε ήταν στις πλατείες... έτρεχε και γελούσε όπως όλα τα αλλά παιδιά της ηλικίας της και επιτέλους είχε κάνει και μια φίλη. Η Λένα ήταν συνομήλικη της και οι δυο τους τα πήγαιναν πολύ καλά. Δεν ήταν σαν τα αλλα κορίτσια που ήξερε... Δεν μιλούσε ποτε για ρούχα μακιγιάζ και δεν την απασχολούσε το τι θα φορούσε την επόμενη μέρα για να φαίνεται όμορφη. Ήταν ο εαυτός της και πάντα μιλούσε για παιχνίδια που έκανε με τον δίδυμο αδερφό και τους φίλους της. ΗΑλεξάνδρα όσο μεγάλωνε γινόταν μια πανέμορφη κοπέλα που δεν περνούσε απαρατήρτητη από τους νεαρούς γιούς των οικογενειών που είχαν καλές σχέσεις με την δίκη της οικογένεια και όχι μόνο. Αλλά ήταν φυσικό να μην περνάει απαρατήρητη ήταν ψηλή και με σώμα γεμάτο καμπύλες... Τα μαλλιά της μαύρα που σχημάτιζαν αραιές μπούκλες στις άκρες και τα μάτια της γκρίζα τα οποία είχε πάρει από την γιαγιά της μιας και κανεις από τους γονείς της δεν είχε αυτό το σπάνιο χρωμα στα μάτια του. Μα εκεί ήταν όλο το μυστήριο... Αυτά τα γκρίζα μάτια της και το βλέμμα της έκανε τους νεαρούς να θέλουν να την γνωρίσουν καλύτερα μα εκείνη ήταν πάντα απόμακρη και τυπική με όσους την πλησίαζαν. Με την Λένα φυσικά δεν έκοψε τις παρέες και αφού πια είχε μεγαλώσει αρκετά έβγαινε και μόνη και την συναντούσε για καφέ ή για παγωτό τα καλοκαίρια. Φυσικά τίποτα δεν φεύγει από την αντίληψη της Ρεγγίνας και όταν το έμαθε έγινε χαμός στο σπίτι.
«Τι πράγματα είναι αυτά; Εσυ; Η κόρη του Χριστόφορου Βρεττού να συναναστρέφεσαι με αυτά τα άτομα; Και εσυ Μάριε πως το επέτρεψες αυτό;» Φώναξε όπως πάντα εκείνη ενώ ο πατέρας της ήταν ακίνητος στην θέση σου και προς το παρόν δεν μιλούσε γιατί αν μιλούσε ο πατέρας της ήξερε ότι όλο αυτό έπρεπε να σταματήσει και δεν ήθελε με τίποτα να χάσει την μοναδική φίλη που είχε.
«Μην μπλέκεις τον Μάριο μαμα.... εκείνος δεν έκανε τίποτα... ότι έχεις να πεις πες το σε εμένα» της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούςε για να μην νευριαζε ο πατέρας της και μετά ποιος τους έσωζε.
«Θέλω να σταματήσεις να βλέπεις αυτή την κοπέλα» της είπε αν και η απάντηση της ήταν απόλυτα γνωστή.
Ήξερε η Αλεξάνδρα ότι η μητέρα της δεν θα την άφηνε ποτε να κάνει παρέα με άτομα "κατώτερα"του επιπέδου του επιπέδου τους όπως έλεγε.
«Αποκλείεται... μαμα η Λένα είναι η μοναδική φίλη που έχω»
«Τόσα κορίτσια ξέρεις... στο σχολείο σου πάνε αλλα τόσα χάθηκε να κάνεις παρέα με αυτά;»
«Αυτές είναι ξενέρωτες... όλη την ώρα μιλάνε για τα ρούχα και τα μαλλιά τους»
«Ξενέρωτες; Χριστόφορε την ακούς; ακούς πως μιλάει η κόρη μας» είπε απευθυνόμενη στον άντρα της όμως εκείνος πάλι δεν είπε τίποτα.
Σήκωσε τα μάτια του κοίταξε την κόρη του αλλά και την γυναίκα του και μετά συνέχισε να διαβάζει ατάραχος την εφημερίδα που κρατούσε στα χέρια του.
«Απαιτώ να μου πεις αμέσως που την γνώρισες» απαίτησε φωνάζοντας η Ρεγγίνα και τότε ήταν που επενέβη ο Μαριος.
«Στο σχολείο μητέρα» απάντησε εκείνος πριν προλάβει η Αλεξάνδρα να της πει την αλήθεια.
Δεν ήταν ποτε καλή στα ψέματα όποτε αν προσπαθούσε να πει θα την καταλάβαιναν αμέσως.
«Στο σχολείο; Μάριε τι μου λες; Σε εκείνο το σχολείο πάνε μόνο παιδιά ισάξια του επιπέδου μας» απάντησε και η η φωνή της τώρα ήταν πιο ήρεμη.
«Δεν πάει σε αυτό το σχολείο αλλά κάνει παρέα με μια κοπέλα που είναι στο σχολείο της Αλεξάνδρας και έτσι την γνώρισε και έγιναν φίλες» συνέχισα το ψέμα μου ο Μαριος αλλά η Ρεγγίνα δεν φάνηκε να το πιστεύει παρόλο που ήταν πολύ πειστικός.
«Ποιο κορίτσι θα έκανε παρέα με ένα....» είπε και σταμάτησε και καλύτερα γιατί αν συνέχιζε την πρόταση της ήξερε ότι δεν θα γλίτωνε από τις φωνές της κόρης της.
«Μητέρα είναι απόλυτα λογικό.... επειδή εγώ το έψαξα φυσικά γιατί θέλω να ξέρω με τι άτομα συναναστρέφεται η αδερφή μου έμαθα ότι η μητέρα του κοριτσιού καταγόταν από μια γειτονιά της Αθήνας και ταπεινή οικογένεια πριν παντρευτεί έναν πλούσιο άντρα και κράτησε επαφές με τους γνωστούς όμως... και μια πολύ καλή της φίλη είναι η μητέρα της Λένας και έτσι είναι και αυτές φίλες.... δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις;»
«Θες να μου πεις ότι η φιλη της Αλεξάνδρας από το ιδιωτικό σχολείο κάνει παρέα με την άλλη κοπέλα επειδή είναι γνωστές οι μαμάδες τους;»
«Ακριβώς μητέρα άρα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και το κορίτσι ζει σε μια πολύ καλή οικογένεια και ας μην έχουν πολλά χρήματα»
«Αλήθεια λέει μικρή;» Απευθύνθηκε στην κόρη της τώρα.
«Ναι μαμα... γιατί να πούμε ψέματα» είπε και προσπάθησε η φωνή της να ακούγεται σταθερή ώστε να μην χαλάσει το τέλειο ψέμα που είχε χτίσει ο αδερφός της.
Για αυτό είναι τόσο καλός δικηγόρος... τα ψέματα που μπορεί να πει είναι τόσο τέλεια που κανεις δεν τον καταλαβαίνει.
«Εντάξει λοιπόν... αλλά και πάλι δεν θέλω πολλά πολλά... πηγαίνετε τώρα» είπε αυστηρά και ανέβηκαν γελώντας στα δωμάτια τους αλλά ευτυχώς η Ρεγγίνα δεν τους άκουσε.
«Εσυ γιατί δεν μιλάς; Δεν έχεις ξα πεις τίποτα για τα χάλια της κόρης μας;» Είπε στον άντρα της όταν έφυγαν τα παιδιά από το σαλόνι.
«Τι να πω καλή μου; Τα είπες όλα εσυ ο δικός μου λόγος περισσεύει» της απάντησε χωρις να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα του.
«Δηλαδή εσυ συμφωνείς με όλο αυτό; Δέχεσαι έτσι απλά να συναναστρέφεται η κόρη μας με αυτό το κορίτσι;»Τον ρώτησε επιθετικά.
«Αφού ο Μαριος είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα τότε δεν έχω και εγώ πρόβλημα... εξάλλου Ρεγγίνα μου η κόρη μας είναι δεκαέξι χρονων... κάνει την επανάσταση της όπως όλοι οι έφηβοι... θα δεις που θα της περάσει... δεν θυμάσαι και τον Μάριο που στα δεκαέξι του ήταν έξω κάθε βράδυ και ούτε που ξέραμε με ποιους.... κοιτα τον τώρα... Υπεύθυνος και σοβαρός άντρας με μια καριέρα στα ύψη.... θα μεγαλώσει θα σοβαρευτεί και θα αρχίσει να σκέφτεται και πιο σοβαρά το μάλλον της που δεν είναι άλλο από το να παντρευτεί έναν άξιο άντρα και να κάνει οικογένεια.» της είπε πολύ ήρεμα όπως πάντα και τότε άφησε την εφημερίδα του στο τραπέζι για να την αγκαλιάσει.
Ο Χριστόφορος ήταν πάντα ήρεμος άνθρωπος... Σπάνια θύμωνε και δεν ήθελε κανεις να τον δει θυμωμένο για αυτό και η γυναίκα του έκανα υποχωρήσεις πολλές φορές για να μην φτάσουν σε σημείο να τσακώνονται μεταξύ τους.
«Τι να πω... ίσως να έχεις δίκιο... μακάρι να είναι έτσι» είπε και δέχτηκε με χαρά την αγκαλιά του άντρα της.
«Έτσι είναι θα το δεις... είναι μικρή ακόμα» της απάντησε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο μέτωπο.

Η φιλια των δυο κοριτσιών φυσικά συνεχίστηκε παρα τις έντονες αντιρρήσεις της Ρεγγίνας. Ήταν παντα ανένδοτη στις απαιτησεις της μητερας της να σταματήσει να κάνει παρέα μα αυτό το κορίτσι και ο πατερας της ποτε δεν έπαιρνε μερος στους καβγαδες τους κάτι που την ανακουφιζε παρα πολύ γιατί αν μιλουσε ο Βρεττός μπορούσε να βάλει ανθρωπους να δώσουν χρήματα στην οικογένεια της Λένας προκειμένου να μείνει εκεινη μακριά από την κόρη του. Ο Μάριος φυσικά πάντα την υπερασπιζόταν με κάθε κόστος αλλά από ένα σημείο και μετά η Ρεγγίνα έπαψε να τον ακούει αφού έβλεπε ότι η κόρη της συνέχιζε ακόμα να βλέπει αυτά τα παιδιά αντί να τους ακολουθεί στα διαφορα γκαλά και τις δεξιώσεις που τους καλούσαν. Προτιμούσε να μένει στο σπίτι και να βλέπει τους φίλους της παρα να εμφανίζεται δημόσια με τους γονείς της και να πηγαίνει διακοπές μαζί τους όπως κάθε παιδί του κύκλου τους.  Αλεξάνδρα που κάποτε λάτρευε τα ταξίδια τώρα την έπνιγαν γιατί η μητέρα της έβρισκε αφορμή με τα ταξίδια να την παίρνει μακριά από τους φίλους της και να της κάνει μονίμως κήρυγμα για τις παρέες της. Η Αλεξάνδρα θέλησε πολλές φορές να φέρει την φίλη της στο σπίτι αλλά η απάντηση της μητέρας της ήταν πάντα όχι. Άρχισε κατά καιρούς να το σκέφτεται και εκείνη ότι δεν ήταν καλή ιδέα να την πάει στο σπίτι της όχι επειδή θα ήταν εκεί η μητέρα της αλλά γιατί θα ένιωθε άσχημα να πάει την φίλη της μέσα στο δικό της ανάκτορο ενώ εκείνη ζούσε ένα απλο σπιτάκι σε μια μικρή γειτονιά... Παρόλο που είχε τύχει πολλές φορές να απουσιάζουν και οι δυο γονεις απο το σπίτι εκείνη παρέμενε σκεπτική με το αν επρεπε ν την πάει στο σπίτι της η όχι... Τελικά επικρατούσε η αρνητική απάντηση και άφηνε την Λένα να έχει μόνο στην φαντασία της το σπίτι μου ζούσε προς το παρόν... Όμως σε λίγο καιρό πλησίαζαν τα δέκατα όγδοα γενέθλια της και δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να λείπει η αγαπημένη της φίλη Λένα από το πάρτυ αλλά και ο αδερφός της ο Μάρκος με τον οποίο είχε έρθει πολύ κοντά και οι δυο τους έκαναν καλή παρέα. Όμως όλα θα άλλαζαν μετά από εκείνο το πάρτυ.... Όλα θα έπαιρναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που είχε σκοπό να χαράξει η Αλεξάνδρα. Όλα στην ζωή της άλλαξαν όταν μετά από εκείνο το πάρτυ.... όταν όλοι είχαν φύγει και στο σπίτι ήταν μόνο εκείνη και η Λένα με τον αδερφό της ο Μάρκος θα της εξομολογούνταν τιν έρωτα του για εκείνη και από εκείνη την στιγμή και μετά άρχιζαν όλα τα βάσανα της.

Συμφωνία ΓάμουWhere stories live. Discover now