Κεφάλαιο 9

2.8K 166 19
                                        

Έφυγε μόνος από το σπίτι το βράδυ. Η παράδοση ήταν για τις δέκα. Βρήκε μια δικαιολογία και έφυγε μόνος χωρις οδηγό όπως συνήθιζε. Πήρε το αυτοκίνητο και οδήγησε μέχρι την διεύθυνση που του είχαν δώσει στην οποία βρισκόταν και το μπαρ. Όταν μπήκε ήταν σχεδόν άδειο. Κρατούσε την βαλίτσα σφιχτά στα χέρια του και πλησίασε μέχρι το μπαρ. Όταν ο μπάρμαν τον πλησίασε ο Ορέστης κοίταξε την βαλίτσα που κρατούσε.
«Έχω κάτι για εσένα» του είπε και μπάρμαν ο οποίος ήταν ένας μεγαλόσωμος και μεσήλικας άντρας κοίταξε τον σάκο που κρατούσε και του έκανε νόημα να του τον δώσει.
«Περίμενε εδώ» είπε και κρατώντας τον σάκο στα χέρια του μπήκε σε ένα δωμάτιο.
Πρέπει να πέρασε κανένα δεκάλεπτο όταν ο μεγαλόσωμος άντρας βγήκε ξανά στο μπαρ και τον πλησίασε κρατώντας έναν φάκελο στα χέρια του. «Αυτό για εσένα» του είπε και απομακρύνθηκε.
Ο Ορέστης σηκώθηκε και έφυγε από εκεί μπαίνοντας γρήγορα στο αυτοκίνητο του.
Κάθισε στο κάθισα και πριν ξεκινήσει άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε έξω το περιεχόμενο του. Ήταν ένα σημείωμα.

"Αν κρατάς αυτό το γράμμα τότε η πρώτη σου δοκιμασία τελείωσε με επιτυχία. Αυτό είναι πολύ καλό για εσένα αλλά και για την γυναίκα σου. Είναι καλά προς το παρόν. Μπορείς να το δεις και στην φωτογραφία. Όσο ακολουθείς τις εντολές μου κατά γράμμα θα είναι καλά. Περίμενε τις επόμενες οδηγίες."

Αφού διάβασε το γράμμα έβγαλε από μέσα την φωτογραφία. Ήταν η Αλεξάνδρα δεμένη χειροπόδαρα και στα χείλη της έτρεχε αιμα.
Την είχαν χτυπήσει.. οι αλήτες την είχαν χτυπήσει σκεφτόταν θυμωμένος και χτύπησε με τις γροθιές του το τιμόνι με όση δύναμη είχε και ορκίζονταν στον εαυτό του ότι θα τους σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια όταν όλο αυτό τελείωνε. Άφησε τον φάκελο στην θέση του συνοδηγού και οδηγουσε σαν τρελός. Ένιωθε την θυμό να βράζει το αιμα του. Δεν θα ηρεμούσε αν δεν ανακάλυπτε ποιοι ήταν. Ακόμα και να γυρνούσε η Αλεξάνδρα σώα πίσω στο σπίτι δεν θα ηρεμούσε μέχρι να μάθει ποιοι το έκαναν. Αυτή ήταν η υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του. Δεν γύρισε σπίτι του. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Πήγε στην θάλασσα και κάθισε κάτω στην άμμο. Θυμήθηκε τότε που είχε παντρευτεί με την Αλεξάνδρα ποσό της άρεσε η θάλασσα. Την πήγαινε πολύ συχνά. Μετά... μετά σταμάτησε. Οι μόνες αναμνήσεις που είχε από την θάλασσα εκτός από τα ταξίδια που έκανε ήταν με εκείνη... Σκέφτηκε την μικρή που ζητούσε συνέχεια την μαμα της. Για ποσό ακόμα θα μπορούσε να της λέει ότι έχει δουλειές και δεν μπορούσε να μιλήσει; Τι άλλο μπορούσε να πει σε ένα παιδάκι τριών χρονων που ήθελε την μαμα του και αυτή δεν ήταν εδώ; Την αλήθεια αποκλείεται αλλά ίσως κάποιο άλλο ψέμα για να ηρεμήσει προς το παρόν. Έμεινε σχεδόν όλη την νύχτα στην θάλασσα με κλειστό το κινητό του. Ούτε που κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Ξημερώματα γύρισε στο σπίτι. Η φρουρά του σπιτιού μόλις είδε το αυτοκίνητο του να φτάνει άνοιξε αμέσως την πόρτα και έτρεξαν κοντά του για να βεβαιωθούν πως ήταν καλά.
«Κύριε Ορέστη είστε εντάξει;» Ρώτησε αγχωμένος ένας από τους φρουρούς.
«Ναι καλά είμαι» είπε αδιάφορα εκείνος και μπήκε στο σπίτι του.
Κόντευε να ξημερώσει για τα καλά. Κόντευε έξι. Όλο το προσωπικό σηκωνόταν στις έξι για να αρχίσει τις δουλειές του όμως δεν ήθελε να δει κανέναν και έτσι κλείστηκε στο δωμάτιο του. Έπεσε στο κρεβάτι του και άνοιξε επιτέλους μετά από ώρες το κινητό του. Αμέτρητες κλήσεις από το τηλέφωνο του σπιτιού από την Ρεγγίνα τον Χριστόφορο. Όλοι τον έψαχναν μα δεν τον ένοιαξε... είχε ανάγκη να μείνει λίγο μόνος του. Να σκεφτεί. Τι άλλο θα ζητούσαν στην συνέχεια; Ποσό θα τραβούσε; Ποτε θα την άφηναν; Χιλιάδες ερωτήματα χωρις όμως να έχουν καμία απάντηση. Έμεινε λίγη ώρα κλεισμένος στο δωμάτιο του αλλά την ησυχία του έσπασε η πόρτα που χτύπησε.
«Ναι» είπε αναστενάζοντας και πόρτα άνοιξε.
«Κύριε... καλημέρα... έχετε αργήσει» είπε με την γνωστή ευγένεια και το γνωστό της χαμόγελο η Μαρία.
Ότι και να γινόταν ακόμα και αν της φώναζες αυτή η κοπέλα δεν έχανε το χαμόγελο της μετ τίποτα για αυτή δεν σου πήγαινε και η καρδιά να φερθείς άσχημα σε μια τέτοια κοπέλα.
«Το ξέρω Μαρία... δεν θα πάω νωρίς στην εταιρία σήμερα» της απάντησε.
Να πάει να κάνει τι εκεί; Δεν έχει κοιμηθεί μυαλό για δουλειά δεν είχε... τι να πάει να κάνει; Έβλεπε γύρω τον κόσμο που έχτισε να διαλύεται και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί το μόνο που τον ένοιαζε πλέον ήταν να είναι καλά η γυναίκα του.
«Είναι όλα εντάξει κύριε Ορέστη;» Τον ρώτησε διστακτικά η νεαρή κοπέλα.
«Τίποτα δεν είναι καλά Μαρία... Τίποτα δεν είναι καλά όταν δεν είναι εκείνη εδώ»
«Είχατε κάποιο νέο;»
«Μαρία όσο πιο λίγα ξέρεις τόσο το καλύτερο... δεν θέλω να μπλέξω κανέναν» της είπε και η κοπέλα δεν ρώτησε κάτι παραπάνω.
Για να της έλεγε κάτι τέτοιο τότε κάτι παραπάνω ήξερε αλλά γιατί να της το πει; Μήπως η κυρία της βρισκόταν σε κίνδυνο; Και μαζί και όλοι όσοι ήξεραν για την απαγωγή; Δεν φοβόταν... θα έκανε τα πάντα για να γυρίσει πίσω η κυρία της αλλά δεν ρώτησε και κάτι παραπάνω. Η κοπέλα έκανε να φύγει αλλά τελευταία στιγμή σταμάτησε στην πόρτα και γύρισε ξανά να κοιτάξει το αφεντικό της.
«Κύριε Ορέστη είναι και κάτι άλλο που θέλω να σας πω» είπε η Μαρία και η φωνή Ακουγόταν πληγωμένη.
«Τι συμβαίνει Μαρία;» Ρώτησε ο Ορέστης όταν είδε το ύφος της κοπέλας
«Η κόρης σας κύριε Ορέστη... κλαίει συχνά για την μητέρα της... δεν η Γεωργία δεν ξέρει τι άλλο να της πει για να την ησυχάσει... της λείπει η κυρία και κανεις δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να ηρεμήσει το παιδί»
«Θα το φροντίσω Μαρία... ευχαριστώ» της είπε και αφού η κοπέλα έφυγε από το δωμάτιο του εκείνος βγήκε από αυτό κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της κόρης του.
Ήταν καθισμένη το πάτωμα καθώς έπαιζε αδιάφορα με τα παιχνίδια της. Το βλέμμα της ήταν κενό τα μάτια της κόκκινα.
Έκλαιγε.... το παιδί μου έκλαιγε και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Οι σκέψεις του πήγαιναν και έρχονταν. Τι να έλεγε σε ένα μικρό παιδί αν όχι την αλήθεια; Ίσως ένα άλλο πιο πειστικό ψέμα. Χτύπησε ελαφρές την πόρτα της πριν μπει μέσα και την ενοχλήσει και εκείνη σήκωσε τα κατακόκκινα μάτια της να το κοιτάξει. Μετά γύρισε αδιάφορα στο παιχνίδι της.
«Αρετή» της είπε με σπασμένη την φωνή του.
Πονούσε. Πονούσε παρα πολύ που έπρεπε να λέει ψέματα στο παιδί του... μα πιο πολύ πονούσε που έπρεπε να την βλέπει έτσι. Ένας γονιός κάνει τα πάντα για το παιδί του ήταν διατεθειμένος να κάνει ότι χρειαστεί για να ξανά δει ξανά το χαμόγελο στα χείλη της κόρης του.
«Που είναι η μαμά μπαμπά; Γιατί δεν θέλει να μου μιλήσει;» Ρώτησε με την παιδική φωνή της ενώ τον κοιτούσε στα μάτια περιμένοντας μια καλή απάντηση.
Μπορεί να ήταν μικρή μα ήταν πολύ έξυπνη... δεν της ξέφευγε τίποτα.
«Αγάπη μου φυσικά και η μαμα θέλει να σου μιλήσει... της λείπεις πολύ»
«Εσένα σου μιλάει... εμένα όχι»
«Αρετή έλα εδώ να μιλήσουμε» της είπε και κάθισε στο κρεβάτι της ενώ εκείνη τον ακολούθησε και κάθισε στην αγκαλιά του.
«Λοιπόν σου είπαμε ένα μικρό ψέμα... η μαμα δεν έφυγε για δουλειές μωρό μου» της είπε και προσπάθησε να φανεί όσο πιο ήμερος και πιο πειστικός γίνεται.
«Και τότε που πήγε η μαμα;»
«Έπρεπε να κάνει μια εγχείρηση... και για αυτό έφυγε... δεν ήθελε να σου πούμε τίποτα για μην στεναχωρηθείς και για αυτό δεν παίρνει συχνά τηλέφωνο»
Τα μάτια της μικρής βούρκωσαν.
«Είναι καλά η μαμα μου;»
«Αγάπη μου η μαμα είναι μια χαρά... θέλω να πάω κοντά της αλλά μου είπε να μην το κάνω για να μείνω εδώ να σε προσέχω. Δεν άφησε ούτε την γιαγιά και τον παππού να πάνε μαζί της αλλά ο μπαμπάς έχει πάντα λύσεις και έτσι έχω στείλει εγώ έναν δικό μου άνθρωπο να την προσέχει»
«Θα γίνει καλά;»
«Ναι Αρετή μου... θα γίνει καλά και θα γυρίσει στο σπίτι... απλά πρέπει να μείνει εκεί για λίγο για παρακολούθηση... σου υπόσχομαι όμως ότι την επόμενη φορά που θα της μιλήσω θα στην δώσω να της μιλήσεις και εσυ... αλλά δεν θα την στεναχωρησεις... γιατί στεναχωριέται που είναι μακριά σου... είμαστε σύμφωνοι;»
«Να μπαμπάκα... μόνο θα της μιλήσω» είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά.
Έγινε και αυτό... τώρα τι είχε σειρά; Τι έπρεπε να περιμένει; Ποια θα ήταν η επόμενη εντολή; Πόσο θα μπορούσε να κρατήσει το παιδί μακριά απο την αλήθεια; Ποσό θα άντεχε εκείνος; Τι άλλο έπρεπε να γίνει για να διαλυθεί εντελώς;

Συμφωνία ΓάμουTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang