Τρεις μέρες είχαν περάσει και ακόμα δεν είχε νέα της. Κανεις δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο δεν του είχαν στείλει κάτι... τίποτα. Απλά ήταν στην αναμονή. Στην βασανιστική αυτή αναμονή που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί τα βραδια και δεν μπορούσε ούτε να συγκεντρωθεί να δουλέψει. Αυτό ήθελαν να πετύχουν ήταν σίγουρος. Ήθελαν να τον κάνει να τρελαθεί... να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα... να διαλυθεί. Είχαν χτυπήσει στην αδυναμία του. Ήξεραν καλά τι έκαναν αυτοί οι τύποι. Το τηλέφωνο χτύπησε και πετάχτηκε από την καρέκλα του για να προλάβει να το σηκώσει. Η γνωστή πλέον απόκρυψη. Δεν καθυστέρησε λεπτό και σήκωσε το τηελφωνο.
«Ναι» είπε χωρις να θέλει να δείχνει νικημένος..
«Σου λείψαμε Ορέστη;» Τον ρώτησε ειρωνικά η άγνωστη φωνή αλλά ο Ορέστης δεν φάνηκε να έχει διάθεση να απαντήσει.
«Άσε τα πολλά λόγια και πες τι θέλεις» του είπε αυστηρά.
Ήθελε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Όσο πιο γρήγορα εκτελούσε τις εντολές τους τόσο πιο γρήγορα θα γυρνούσε η Αλεξάνδρα στο σπίτι. Φυσικά αν εκείνοι δεν καθυστερούσαν επίτηδες κάτι που προφανώς έκαναν.
«Βιαστικό σε βλέπω... είσαι έτοιμος να κανεις το επόμενο βήμα προς την γυναίκα σου;»
«Σου είπα να αφήσεις τα πολλά λόγια και να μου πεις τι πρέπει να κάνω» είπε ξανά αυστηρά ο Ορέστης.
«Ωραία λοιπόν... η επόμενη εντολή σου είναι η πώληση του 50% των μετοχών της εταιρίας σου σε ανώνυμο αγοραστή που θα είναι δικός μας... νομίζω ότι είναι πολύ απλο.... καλή τύχη» του είπε και πριν προλάβει να απαντήσει εκείνος το τηλέφωνο είχε κλείσει.
Το πέταξε στο γραφείο του και μετά έσπασε ένα ποτήρι που βρισκόταν πάνω σε αυτό. Αυτό ήταν. Ήθελαν να διαλυθεί και ψυχικά αλλά και επαγγελματικά. Ήταν η μισή του περιουσία... όλα όσα είχε χτίσει αυτά τα χρόνια και θα πήγαιναν όλα χαμένα. Μα τι να έκανε; Κάποτε είχε υποσχεθεί στην Αλεξάνδρα ότι για να είναι ευτυχισμένη θα της έδινε όλο τον κόσμο. Για εκείνον όλος του ο κόσμος ήταν αυτή.... άρα τι άλλο μπορούσε να δώσει πέρα από τις μετοχές της εταιρίας; Θα γύριζε σπίτι μετά. Εκείνος θα τα κατάφερνε. Θα έβρισκε άκρη. Πάντα έβρισκε την άκρη.
Στο σκοτεινό εκείνο μέρος η Αλεξάνδρα ήταν και πάλι μόνη. Έτρεμε την ώρα και την στιγμή που ερχόταν πάλι εκείνος ο άγνωστος. Προτιμούσε να είναι μόνη μέσα στα σκοτάδια. Τουλάχιστον μόνη της δεν φοβόταν για το αν θα της έκαναν κάτι. Η ησυχία όμως δεν κράτησε για πολύ. Βήματα άρχισαν να ακούγονται και η βαριά σιδερένια πόρτα που την φυλάκιζε σε εκείνο το δωμάτιο άνοιξε. Ο άντρας μπήκε μέσα αυτή την φορά χωρις να καλύπτει με τίποτα το πρόσωπο του. Σαν να ήθελε να τον δει... Μα και που τον είδε δεν τον αναγνώρισε.
«Τι γίνεται πριγκίπισσα; Φοβάσαι;» Την ρώτησε γελώντας πονηρά.
«Τι θέλεις;»
«Τίποτα... ήρθα να σου πω ότι η επόμενη εντολή δόθηκε... τώρα είναι στο χέρι του Ορέστη το αν θα δεχτεί η όχι» της απάντησε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
Δεν μπορούσε ούτε να τραβηχτεί για να αποφύγει αυτό το χυδαίο άγγιγμα του και έπρεπε απλά να το υποστεί μέχρι εκείνος να φύγει.
«Τι του ζήτησες αυτή την φορά;» Τον ρώτησε εκείνη γελώντας ελαφρά.
«Μετοχές.... το 50% της εταιρίας του» απάντησε εκείνος και η Αλεξάνδρα μόνο που δεν γέλασε.
«Και πιστεύεις ότι θα στο δώσει; Σκότωσε με τώρα αν μπορείς... μετοχές δεν θα πάρεις ποτε... ο Ορέστης νοιάζεται μόνο για την δουλειά του... λάθος άνθρωπο πήρες για να τον καταστρέψεις»
«Αν δεν νοιάζεται τότε γιατί έδωσε τα λεφτά;»
«Λεφτά; Έχει πολλά από αυτά... ένα τέτοιο ποσό του φάνηκε γελοίο μπροστά στην αυτοκρατορία του» είπε και την πλησίαζε όλο και περισσότερο.
«Τότε μάλλον θα μείνεις για πολύ ακόμα μαζι μας» είπε ψιθυριστά στο αυτί της.
Δεν της απάντησε και άρχισε να σκίζει την μπλούζα της.
«Άσε με» του φώναζε εκείνη ανήμπορη όμως να κάνει μια κίνηση.
«Δεν σου λείπει; Έχω μάθει ότι ο άντρας σου ούτε που σε αγγίζει» της είπε ενώ συνέχιζε να αφαιρεί ότι μπορούσε από πάνω της.
«Και τι σε νοιάζει εσένα τι κάνω τον άντρα μου;» Του φώναξε και προσπάθησε να τον απομακρύνει αλλά ήταν φυσικά πιο δυνατός και εκείνη ήταν επίσης δεμένη. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
«Θα σ αρέσει»
Πονούσε σε όλο της το σώμα... ένιωθε αηδία... για τον Ορέστη για αυτόν τον άγνωστο για όλους... δεν μπορούσε να κάνει τίποτα... πονούσε αλλά δεν φώναζε πια... η καρδιά της είχε σπάσει μα δεν ένιωθε τον πόνο. Ήταν απλά μια κούκλα που την κρατούσε στα χέρια του ο ιδιοκτήτης της και περίμενε μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι μαζί της.
