Κεφάλαιο 3

3.9K 191 41
                                        

Πέταξε το κινητό στο γραφείο του και μετά άρχισε να πετάει κάτω ότι βρισκόταν πάνω σε αυτό... Βιβλία χαρτιά στιλό... ότι έβρισκε. Η Άννα ταράχτηκε από την φασαρία και πήγε να δει τι γίνεται μα όταν ο Ορέστης την κοίταξε με θυμό η κοπέλα κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει και έφυγε. Όταν ο Ορέστης ήταν θυμωμένος καλό ήταν να μην του μιλάει κανεις. Η μισάνοιχτη πόρτα άνοιξε κι άλλο και μέσα στο γραφείο μπήκε η μικρή Αρετή που κοιτούσε με με γουρλωμένα τα μάτια την ακαταστασία στον χώρο.
«Τι έγινε εδώ μπαμπά;» Ρώτησε με την παιδική και αθώα φωνή της.
«Τίποτα αγάπη μου... έψαχνα κάτι και μου έπεσαν κατα λάθος» προσπάθησε να δικαιολογηθεί αλλά το παιδί δεν φάνηκε να δίνει άλλη σημασία σε αυτό το θέμα.
Για άλλον λόγο είχε πάει να τον βρει. Τον πλησίασε και ο Ορέστης την πήρε στην αγκαλιά του.
«Τι συμβαίνει;» Ρώτησε γλυκα.
«Που είναι η μαμα;»
«Αγάπη μου... συγγνώμη που δεν στο είπα πιο πριν.. αλλά η μαμα θα λείψει για κάποιες μέρες... έτυχε μια πολύ επείγουσα δουλειά και έπρεπε να φύγει» της εξήγησε ψύχραιμα προσπαθώντας να κρύψει τον θυμό που ένιωθε εκείνη την στιγμή.
«Εμένα δεν μου είπε τίποτα» παραπονέθηκε η μικρή.
«Το ξέρω γλυκιά μου... και εγώ λίγο πριν φύγει το έμαθα... ήταν πολύ γρήγορη απόφαση»
«Και ποτε θα γυρίσει;»
«Δεν ξέρω... ελπίζω σύντομα» είπε και την αγκάλιασε.
Ποσό πολύ ήθελε να γυρίσει σύντομα. Τρελαινόταν μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσε κάποιος να της κάνει το οτιδήποτε.
«Καλά» είπε μόνο το παιδί και κατέβηκε από την αγκαλιά του.
«Πήγαινε να παίξεις... όταν θα με πάρει τηλέφωνο θα σου την δώσω να της μιλήσεις» της είπε και η μικρή έφυγε χαμογελώντας από εκεί.
Ποσό δύσκολα θα ξεμπέρδευε από αυτό. Ήταν ένα παιδί μπορούσες εύκολα να πεις κάποια ψέμματα για να καλύψεις την κατάσταση αλλά για ποσό θα έπιανε αυτό το κολπάκι με τα ψέματα; Κάποια στιγμή η μικρή θα θελήσει να μιλήσει στην μαμα της... Τι θα γίνει τότε; Είχε πιει αρκετά σήμερα αλλά δεν φάνηκε να τον ένοιαξε και πολύ. Γέμισε ξανά το ποτήρι του και κάθισε στην καρέκλα του κοιτώντας το κινητό του. Η κλήση ήταν από απόκρυψη και το να ψάξει να βρει από που έγινε θα ήταν μάταιο αφού σίγουρα θα είχαν καλέσει από κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο για να μην τους πιάσουν όμως το προσπάθησε και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που φαντάστηκε. Γέμισε ξανά το ποτήρι του και πόρτα χτύπησε σιγανά.
«Ναι» είπε αδιάφορα και ξανά έστρεψε το βλέμμα στο ποτήρι του.
«Κύριε είναι εδώ ο κύριος Βρεττός με την γυναίκα του» ενημέρωσε η Μαρία και τα μάτια του Ορέσστη σηκώθηκαν για να την κοιτάξουν.
«Το δωμάτιο τους είναι έτοιμο;» Ρώτησε σχεδόν μηχανικά ο Ορέστης.
Πόσες ώρες ήταν κλεισμένος μέσα στο γραφείο του; Πόσες ώρες είχε περάσει μόνος εκεί μέσα; Είχε επιστρέψει από την εταιρία κοντά στις δυο και τώρα ήταν..... κόντευε έξι. Τέσσερις ώρες κλεισμένος εκεί μέσα και όμως σε εκείνον φαίνονταν αιώνες.
«Κύριε Ορέστη με ακούτε;» Ύψωσε λίγο την φωνή της η κοπέλα και ο Ορέστης άφησε τις σκέψεις του για να επανεθλει στην πραγματικότητα.
«Ναι» είπε απότομα και η κοπέλα τον κοίταξε ανήσυχη όμως δεν είπε τίποτα.
«Το δωμάτιο που ζητήσατε είναι έτοιμο» επανέλαβε ξανά η Μαρία αφού την πρώτη φορά ο κύριος της δεν την είχε ακούσει.
«Να μεταφέρετε με την Άννα τα πράγματα τους πάνω»
«Η Άννα ήδη το κάνει αυτό.. ο κύριος Χριστόφορος σας ζήτησε»
«Πες του να έρθει εδώ» της είπε και η κοπέλα έφυγε κλείνοντας την πόρτα.
Ανησυχούσε πολύ για τον κύριο της. Πρώτη φορά τον έβλεπε σε τέτοια χάλια αλλά και με το δίκιο του. Κανεις δεν βρήκε ποτε αφορμή για να αμφισβητήσει την λατρεία που είχε για την γυναίκα του αλλά και την κόρη του. Ήταν απόλυτα λογικό να είναι πεσμένος με αυτό που είχε συμβεί. Η γυναίκα του βρισκόταν στα χέρια κάποιων αγνώστων ανθρώπων και κανεις δεν είχε την παραμικρή ιδέα για πιο λόγο ήταν εκεί. Αν την είχαν χτυπήσει; Αν είχαν έστω αγγίξει; Τρελαινόταν και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσε κάποιος να αγγίξει την γυναίκα του. Η πόρτα χτύπησε πολλές φορές αλλά δεν την άκουσε μέχρι που ο Χριστόφορος μπήκε από μόνος του μέσα και τον είδε σε μαύρο χαλί... Χειρότερα από ότι ήταν πριν και τρόμαξε και ο ίδιος.
«Ορέστη τι σου συμβαίνει;» Τον ρώτησε ανήσυχος ο άντρας και πήγε κοντά του.
«Σου ορκίζομαι σε ότι αγαπώ Χριστόφορε ότι αν τους βρω θα τους σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια»
Ήταν φανερό πως ήταν αρκετά μεθυσμένος όμως καταλάβαινε πολύ καλά τι έλεγε αλλά και τι έκανε.
«Ορέστη θα μου πεις τι έγινε; Δεν ήσουν έτσι πριν»
«Με πήραν τηλέφωνο» ήταν η απάντηση του.
Σύντομη και απλή.
«Και; Τι σου είπαν; Λέγε» φώναξε ο Χριστόφορος προσπαθώντας να συνεφέρει κάπως τον γαμπρό του.
«Είπαν ότι άμα ακολουθήσω κατά γράμμα τις εντολές τους δεν θα πάθει τίποτα»
«Οι εντολές ποιες είναι;»
«Το έκλεισαν μετά... δεν μου είπαν κάτι άλλο» είπε και πήγε να ξανά γεμίσει το ποτήρι του αλλά ο Χριστόφορος δεν τον άφησε.
«Φτάνει το ποτό... χωρις καθαρό μυαλό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα»
Είχε δίκιο. Το ήξερε και εκείνος ότι έπρεπε να είναι καθαρό το μυαλό του αν ήθελε να βοηθήσει την Αλεξάνδρα. Άφησε το ποτήρι από τα χέρια του και σηκώθηκε από την καρέκλα. Δεν είπε τίποτα στον πεθερό του και απλά βγήκε από το γραφείο του δίνοντας εντολή στην Μαρία να μην τον ενοχλήσει κανεις και για τίποτα. Κλείστηκε στο δωμάτιο του και βυθίστηκε σε ένα βαθύ αλλά ανήσυχο ύπνο.

Συμφωνία ΓάμουKde žijí příběhy. Začni objevovat