Κεφάλαιο 16

2.9K 169 11
                                        

Τα χρόνια μετά την γέννηση της μικρής Αρετής κύλησαν ήσυχα και όμορφα αλλά όχι τόσο για τον Ορέστη. Η Αλεξάνδρα παρόλο που για δεύτερη φορά είχε επιλέξει να ζήσει με τον Ορέστη ακόμα αναζητούσε τον Μάρκο τα βραδια στον ύπνο της. Ο Ορέστης δεν άντεξε πολύ. Η μικρή ήταν τριών όταν ο Ορέστης αποφάσισε να αλλάξει δωμάτιο με την δικαιολογία ότι δούλευε μέχρι αργά στο γραφείο του και δεν ήθελε να την ενοχλεί τα βραδια. Η Αλεξάνδρα το δέχτηκε και αυτό. Πιθανότατα να την είχε βαρεθεί. Μέσα το παιδί οι επαφές τους σαν ζευγάρι δεν ήταν τόσο συχνές και μάλλον αυτό δεν του άρεσε και πολύ για αυτό αποφάσισε να κοιμάται μόνος. Έτσι πίστευε η Αλεξάνδρα. Δεν είχε φανταστεί ποτε της όμως πως ο Ορέστης μπορεί να κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο αλλά πάντα την φιλούσε για καληνύχτα όταν εκείνη είχε ήδη αποκοιμηθεί. Ποτε της δεν το έμαθε αυτό και ούτε καν το φαντάστηκε.
Ξαφνικά το σπίτι άρχισε να την πνιγεί. Δεν ήθελε κοντά της ούτε τους φρουρούς ούτε τον οδηγό κανέναν. Μόνο την Μαρία ήθελε την προσωπική της βοηθό που αναλάμβανε τα πάντα για εκείνη κανέναν άλλον. Ούτε και τον Ορέστη. Κατά μια έννοια ένιωθε να τον μισεί που την είχε απορρίψει έτσι. Ήταν η γυναίκα του όχι κάποιο κτήμα του για να το κάνει ότι θέλει. Πήγαινε τα βραδια στο δωμάτιο της μόνο όταν την είχε ανάγκη και μετά σαν να μην συνέβαινε τίποτα γυρνούσε στο δικό του δωμάτιο.
«Θα μείνεις μαζί μου απόψε;» Τον ρώτησε ένα βράδυ.
Τον είχε ανάγκη τον ζητούσε. Ξυπνούσε τα βραδια και αναζητούσε την συντροφιά του δίπλα της αλλά εκείνος έλειπε.
«Καλύτερα όχι... θέλω να σηκωθώ νωρίς έχω λίγη δουλειά» είπε και έκανε να φύγει αλλά εκείνη τον σταμάτησε.
«Τι είμαι για εσένα Ορέστη;» Τον ρώτησε θυμωμένη.
«Τι ερώτηση είναι τώρα αυτή;»
«Σε ρωτάω τι είμαι για εσένα»
«Είσαι η γυναίκα μου» απάντησε εκείνος απόλυτα.
«Ακριβώς Ορέστη η γυναίκα σου... δεν είμαι πληρωμένη συντροφιά να έρχεσαι όποτε θέλεις να κανεις την δουλειά σου και μετά να φεύγεις σαν να μην έχει γίνει τίποτα... έχω και εγώ ανάγκες και η ανάγκη μου δεν είναι αυτή που νομίζεις... θέλω τον άντρα μου δίπλα μου... και δεν τον έχω»
«Με κατηγορείς για κάτι Αλεξάνδρα;»
«Ναι... τι νομίζεις ότι είμαι; Γυναίκα για αυτή την δουλειά και τέλος; Γυναίκα σου είμαι και σε έχω ανάγκη»
«Και εγώ σε έχω αλλά μάλλον θυμάσαι όταν σε συμφέρει ότι είσαι γυναίκα μου.... καληνύχτα» της είπε και έφυγε από το δωμάτιο της αφήνοντας την γεμάτη απορίες.
Πόσες φορές τις έλεγε κάτι τέτοια και εκείνη δεν ήξερε πως να τα εξηγήσει. Σαν να την κατηγορούσε για κάτι. Να ήξερε; Όχι αποικείται να ήξερε για τον Μάρκο. Αν ήξερε θα την είχε χωρίσει από την αρχή... δεν θα το ανεχόταν αυτό... θα μιλούσε... Για κάτι την κατηγορούσε αλλά δεν ήξερε για τι. Έπεσε στο κρεβάτι της και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Το επόμενο πρωί όπως πάντα άλλωστε ο Ορέστης Κατέβηκε για πρωινό και την φίλησε όπως κάθε πρωί σαν να μην συμβαίνει τίποτα όπως πάντα όταν έκαναν τέτοιου είδους συζητήσεις. Τρυφερός όπως πάντα φίλησε την κορη του και μετά έφυγε τη δουλειά του.
Έτσι κυλούσαν τα επόμενα χρόνια. Με τσακωμούς εντάσεις και μετά έκαναν την ευτυχισμένη οικογένεια και αυτή έδειχναν και έξω... την ευτυχισμένη οικογένεια και όχι αυτή που κάθε μέρα διαλυόταν όλο και πιο πολύ αλλά κανεις δεν έλεγε να το καταλάβει. Ούτε στον αδερφό της δεν είχε το θάρρος να μιλήσει. Και εκεί έλεγε ότι όλα είναι καλά και ότι με τον Ορέστη τώρα με το παιδι είναι καλύτερα από ποτε. Ψέματα. Τίποτα δεν πήγαινε καλά ακόμα και αν δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Διαλύονταν και μαζί τους διαλυόταν και ο κόσμος που είχαν χτίσει. Ο Ορέστης γυρνούσε σπάνια σπίτι τα μεσημέρια και αν το έκανε έτρωγαν απλά όλοι μαζί και μετά χώνονταν στο γραφείο του. Πήρε το θάρρος μια μέρα να τον ενοχλήσει και να του μιλήσει.
«Θέλω να μιλήσουμε» του είπε με θα ύφος σοβαρό και στάθηκε απέναντι του.
«Σε ακούω» της είπε και άφησε κάτω τα χαρτιά που κρατούσε στα χέρια του.
«Ποσό θα συνεχιστεί αυτό;» Τον ρώτησε απότομα.
«Δεν σε καταλαβαίνω» της είπε εκείνος και όντως δεν καταλάβαινε στην αρχή.
«Να σου εξηγήσω καλύτερα τότε... μιλάω για εμάς Ορέστη»
«Πάλι δεν σε καταλαβαίνω»
«Πως έχουμε γίνει έτσι ρε Ορέστη;» Τον ρώτησε χωρις θυμό αυτή την φορά.
«Πως έχουμε γίνει;» Ρώτησε αυτός πιο πολύ με απορία.
«Δεν ήμασταν έτσι ρε Ορέστη... τι άλλαξε; Δεν κοιμάσαι μαζι μου περνάς πιο πολλές ώρες με τα χαρτιά σου αντί να είσαι με την οικογένεια σου» του φώναξε ελαφρά τώρα.
«Μου λες ότι δεν αφιερώνω χρόνο στην κόρη μου;»
«Ούτε σε εμένα» φώναξε.
«Κανεις λάθος» της απάντησε.
«Λάθος; Λάθος αλήθεια; Έτσι ήμασταν στην αρχή;»
«Εσυ μας έφερες σε αυτό το σημείο Αλεξάνδρα» είπε ααν να την κατηγορεί.
«Με κατηγορείς πάντα με κατηγορείς αλλά γιατί; Τι έχω κάνει λάθος πες το μου και θα το διορθώσω»
«Άσε τα πράγματα όπως είναι Αλεξάνδρα... αν είναι να διορθωθεί κάτι θα γίνει από μόνο του»
«Πως θα γίνει από μόνο του; Διορθώνουμε τα λάθη μας... πες μου τα δικα μου να τα διορθώσω»
«Νομίζω ότι αν έχεις κάνει κάτι λάθος θα το ήξερες ήδη άρα δεν έχει νόημα αυτή η συζήτηση»
«Πολύ καλά... εγώ προσπάθησα... προσπάθησα αλλά εσυ δεν με άφησες» είπε και έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του.
Προσπάθησε.... αλλά και εκείνος τόσα χρόνια προσπαθούσε. Προσπαθούσε να αντέξει όλα όσα γίνονταν γύρω του. Ο κόσμος του γκρεμιζόταν όμως εκείνος προσπαθούσε να τον κρατήσει όρθιο... όμως κανεις δεν του είπε μπράβο για αυτή την προσπάθεια και τώρα η Αλεξάνδρα πήγαινε εκεί και του ζητούσε και τα ρέστα. Αλλά να έλεγε τι; Ότι τα ήξερε όλα; Ότι ακόμα μετά από όλα αυτά εκείνος τη δεχόταν και συνέχιζε να την αγαπάει το ίδιο με πρώτα αν όχι και περισσότερο; Τι να έλεγε; Τι μπορούσε να πει; Δεν μιλούσε. Παρέμενε σιωπηλός με μόνη παρηγοριά τις σκέψεις του τσάκιζαν την καρδιά του. Μάλλον εκείνη τον είχε παντρευτεί από συμφέρον. Εκείνος ποτε δεν έκρυψε το ενδιαφέρον του για εκείνη όμως εκείνη; Γιατί τον παντρεύτηκε αλήθεια; Τον αγαπούσε; Δεν μπορούσε να την καταλάβει αλλά ούτε και να εξηγήσει την συμπεριφορά της. Της είχε τυφλή εμπιστοσύνη και εκείνη είχε προδώσει την εμπιστοσύνη του με την πρώτη ευκαιρία όμως εκείνος συνέχιζε να την εμπιστεύεται ακόμα και όταν κατέληγαν να τσακώνονται γιατί ήθελε να βγαίνει μόνη έξω χωρις συνοδεία έκανε πίσω και της έδωσε μια μέρα δίκη της να κάνει ότι θέλει χωρις να έχει κανέναν πάνω από το κεφάλι της μόνο και μόνο γιατί την αγαπούσε και δεν ήθελε να νιώθει ότι είναι φυλακισμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Πόσες υποχωρήσεις είχε κάνει για εκείνη. Ακόμα και όταν θύμωνε με κάτι που του ζητούσε στο τέλος γινόταν αυτό που ήθελε εκείνη. Δεν ήταν όλα αυτά όμως από αγάπη... όχι ήταν και η κατανόηση. Κατανοούσε ότι σαν άνθρωπος ήθελε και εκείνη τον χώρο της ήθελε να νιώθει και λίγη ελευθερία και της την έδινε χωρις όμως να της αφήνει περιθώρια να ξεχνά ότι είναι παντρεμένη. Όλη η ελευθερία της ήταν σε λογικά επίπεδα... ακόμα και αν κάποια στιγμή κάποτε είχε παραφερθει. Την δέχτηκε όμως πίσω και δεν μίλησε... ποτε τόσα χρόνια δεν μίλησε σε κανέναν. Όλοι οι κοντινοί τους άνθρωποι έβλεπαν την λατρεία με την οποία κοίταζε ο Ορέστης την γυναίκα του όλοι έλεγαν ότι λατρεύει μέχρι και το χώμα που πατάει αλλά μόνο εκείνη είχε τα μάτια της κλειστά και δεν έβλεπε την αλήθεια που ήταν ακριβώς δίπλα της. Όλοι κολλάνε στις μικρές και κακές λεπτομέρειες και δεν βλέπουν ότι το καλό που ψάξουν είναι μπροστά στα μάτια τους. Η Αλεξάνδρα το είχε το καλό... είχε βρει την αγάπη είναι βρει τον παραμυθένιο σύζυγο όμως δεν έβλεπε μπροστά της. Ο θυμός της ήταν μεγαλύτερος από την όραση της που δεν μπορούσε να δει ότι ο Ορέστης ήταν διατεθειμένος να δώσει και την ζωή του μόνο και μόνο για ένα της χαμόγελο.
Ποσό αφελής ήταν... ποσό ανόητη. Τόσα χρόνια και δεν κατάλαβε ποτε ότι και εκείνη τον αγαπούσε με όλη την δύναμη της καρδιάς της για αυτό και πάντα τον επέλεγε όσα λάθη και να έκανε. Μόνο να είχε καταλάβει το ποσό τον αγαπούσε όλα θα είχαν πάρει τελείως διαφορετικό δρόμο. Αλλά ποτε δεν είναι αργά έτσι δεν λένε... η Αλεξάνδρα μπορεί να άργησε να το καταλάβει αλλά τα μάτια της άνοιξαν και είδε καθαρά. Αν δεν γινόταν εκείνη απαγωγή εκείνη την μέρα... εκείνη την μέρα που είχε φύγει από το σπίτι για να κανονίσει την φιλανθρωπική εκδήλωση για το ίδρυμα άλλαξε η ζωή της για πάντα. Μέσα σε εκείνο το σκοτεινό και άδειο δωμάτιο μάθαινε το πως ο Ορέστης ολοκλήρωνε μια μια τις εντολές αυτών των αγνώστων ανθρώπων μόνο και μόνο για να την πάρει και πάλι κοντά του. Τότε άνοιξαν τα μάτια της... Μόνο τότε τότε που ήταν μακριά του για τόσες μέρες κατάλαβε το ποσό πολύ της έλειπε. Κατάλαβε το ποσό πολύ την πόνεσε που τον είδε με μια άλλη γυναίκα. Έσπασε η καρδιά της σε κομμάτια. Ακόμα και όταν έλεγε μέσα της ότι δεν την νοιάζει πλέον για το τι θα κάνει έλεγε ψέματα. Την ένοιαζε και φάνηκε. Έκλαψε πολύ μετά από εκείνο το βίντεο που φανέρωνε τι έπρεπε να κάνει για να ολοκληρώσει την τρίτη εντολή. Εκείνη την στιγμή κατάλαβε το πως θα ένιωσε εκείνος όταν έμαθε για την δίκη της απάτη. Που να ήξερε ότι εκείνος τα ήξερε όλα από την αρχή και έκανε τα στραβά μάτια. Αχ και να ήξερε. Αχ και να ήξερε το τι ήταν διατεθειμένος να κάνει για να βάλει τέλος στα βάσανα της. Μακάρι να ήξερε το πως τελείωσε την τέταρτη εντολή τους. Μια εντολή που τσάκισε την καρδιά της μόνο και μόνο στο άκουσμα της.

Συμφωνία ΓάμουTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang