Κεφάλαιο 2

4.4K 210 9
                                        

Στεκόμενοι όρθιοι έξω από το αυτοκίνητο με τα χέρια πάνω στο κεφάλι τους έψαχναν να βρουν μια λύση για το πρόβλημα που μόλις είχε δημιουργηθεί.
«Τι θα κάνουμε τώρα ρε; Πως θα θα πάμε πίσω; Τι θα πούμε; Θα μας σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια» φώναξε τρομοκρατημένος ο οδηγός του αυτοκινήτου πηγαίνοντας πέρα δώθε από την αγωνία του.
«Σταματα Χρήστο Σταματα να κουνιέσαι.... πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι» είπε ο Αντρέας ο οποίος με το ζόρι διατηρούσε την δίκη του ψυχραιμία μόνο και μόνο για να κρατάει τις ισορροπίες.
«Για ποια ψύχραιμα μου μιλάς; Κατάλαβες τι έγινε μόλις τώρα; Έχεις καταλάβει που έχουμε μπλέξει;»
«Ξέρω που έχουμε μπλέξει.... και αν πάμε πίσω και πούμε στον Αποστόλου ότι την μας την πήραν μέσα από τα χέρια μας τότε είναι που θα μας σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια»
«Γιατί άμα έχουμε μια καλή δικαιολογία να πούμε θα την γλιτώσουμε» τον ειρωνεύτηκε ο οδηγός αλλά ο Αντρέας τον αγνόησε μέχρι που το τηελφωνο χτύπησε.
«Αυτός είναι» είπε ο Αντρέας και το χέρι του έτρεμε.
«Να δω τώρα τι θα πεις» είπε ο Χρήστος και ο Αντρέας αφού πήρε μια βαθιά ανάσα σήκωσα το τηλέφωνο.
«Κύριε Αποστόλου» είπε με σταθερή φωνή και χωρις ίχνος απελπισίας για αυτό που μόλις είχε γίνει.
«Ψάχνω την γυναίκα μου Αντρέα και δεν την βρίσκω πουθενά... που είστε;» Του είπε αυστηρά ο Ορέστης και εκείνη την ώρα κόπηκαν τα πόδια του.
Αυτό ήταν... ήρθε το τέλος μας... σκέφτηκε ο άντρας που έτρεμε ολόκληρος.
«Κύριε είμαστε ακόμα στο ίδρυμα» είπε αυτή την φορά τραυλιζοντας ελαφρά.
Δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο την ψυχραιμία του.
«Ακόμα; Η ώρα είναι δυο Αντρέα και εγώ είμαι σπίτι και περιμένω την γυναίκα μου για να φάμε όλοι μαζί» είπε και φάνηκε πολύ θυμωμένος στα αυτιά του Αντρέα που φαντάζονταν την αντίδραση του πριν καν τον κοιτάξει στα μάτια για να του πει πως η γυναίκα του δεν ήταν μαζί τους.
«Μάλιστα κύριε... θα την ενημερώσω και σε λίγο θα είμαστε εκεί» είπε με δυσκολία και το τηλέφωνο έκλεισε.
«Την βάψαμε»

Στην έπαυλη επικρατούσε ο θυμός του Ορέστη μετά την ξαφνική εξαφάνιση της Αλεξάνδρας και μετά από το τηλέφωνο που έκανε στον φρουρό που ήταν μαζί της. Είχε περάσει άλλο ανα μισάωρο και ακόμα δεν είχαν επιστρέψει και ο θυμός του όλο και αυξανόταν.
«Μαρία» φώναξε αυστηρά και η κοπέλα φάνηκε μπροστά του σε δευτερόλεπτα.
«Συμβαίνει κάτι κύριε Ορέστη;» Ρώτησε η κοπέλα πάντα μα ήρεμη και γλυκιά φωνή.
«Τι ώρα είχε η γυναίκα μου το ραντεβού με την διευθύντρια του ιδρύματος;» Την ρώτησε ελαφρύνοντας λίγο τον τόνο της φωνής του.
Όπως και η Αλεξάνδρα ο έτσι και ο Ορέστης σεβόταν απόλυτα το προσωπικό του και τους φερόταν πάντα με σεβασμό αποφεύγοντας να τους φωνάζει και να τους μιλάει άσχημα. Ήταν πολύ λίγες οι φορές που θα φώναζε και θα μιλούσε άσχημα στο προσωπικό του σπιτιού του και θα το έκανε μόνο όταν ήταν θυμωμένος με κάτι όπως και τώρα αλλά το μετάνιωνε αμέσως.
«Στις έντεκα κύριε» του απάντησε γλυκα η κοπέλα παρόλο που εκείνος της είχε φωνάξει.
«Μήπως έχεις πουθενά το τηελφωνο της;»
«Ναι φυσικά... η κυρία το έχει στην ατζέντα της αλλά εγώ δεν μπορώ να ψάξω τα πράγματα της... καταλάβαινετε δεν είναι η δουλειά μου»
«Σου δίνω εγώ την άδεια Μαρία μην σε ανησυχεί αυτό... η Αλεξάνδρα λείπει πολλές ώρες από το σπίτι και δεν απαντά στο κινητό... θέλω να μιλήσω με την ίδια την διευθύντρια να δω αν είναι ακόμα εκεί» της εξήγησε ο Ορέστης και η κοπέλα πήγε σχεδόν τρέχοντας στο δωμάτιο της κυρίας της και κατέβασε την ατζέντα της στον Ορέστη.
«Εδώ τα έχει όλα» του είπε και του παρέδωσε την ατζέντα για να βρει το τηλέφωνο που έψαχνε.
«Εντάξει Μαρία ευχαριστώ» της είπε ψάχνοντας το τηλέφωνο που ήθελε και η κοπέλα έφυγε από κοντά του με ένα βάρος στην καρδιά της που η κυρία της δεν είχε γυρίσει τόση ώρα στο σπίτι και δεν επικοινωνήσει για να πει ότι θα αργήσει. Δεν συνήθιζε να αργεί χωρις να πάρει ένα τηλέφωνο να ενημερώσει και αυτό ήταν κάτι που έκανε την αγωνία της Μαρίας να αυξάνεται όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα. Όταν η Μαρία άκουσε το αυτοκίνητο να μπαίνει στο γκαράζ ανακουφίστηκε τόσο πολύ όμως αυτή η ανακούφιση κράτησε τόσο λίγο όταν άκουσε τις φωνές του Ορέστη που ηχούσαν σε όλο το σπίτι. Δεν είχε καταλάβει τι είχε γίνει αλλά για να φωνάζει ο κύριος της τόσο πολύ σίγουρα είχε γίνει κάτι πολύ σοβαρό. Ήθελε να μάθει αλλά πως; Δεν ήταν άτομο που θα κρυφάκουγε. Αν ήταν να μάθουν κάτι θα το μάθαιναν επειδή έτσι το ήθελαν τα αφεντικά τους.
«Αν πάθει κάτι η γυναίκα μου θα σας σκοτώσω με ίδια μου τα χέρια... τ ακούτε; Θα σας σκοτώσω.... μια δουλειά είχες να κανεις.... μια δουλειά και αυτή ήταν να είσαι πάντα δίπλα στην γυναίκα μου... να την συνοδεύεις παντού και πάντα και να την προσεχεις... σου εμπιστεύτηκα την γυναίκα μου» ακούστηκαν οι φωνές του Ορέστη και ήταν τόσο δυνατές που η Μαρία αμέσως κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί στην κυρία της και άρχισε να ανησυχεί ακόμα περισσότερο από πριν.
«Εξαφανιστείτε.... θα τα πούμε όλα όταν έρθει η ώρα» φώναξε ξανά και μετά οι φωνές σταμάτησαν.
«Μαρία» ακούστηκε η φωνή του μετά από λίγο και η κοπέλα έτρεξε αμέσως φοβισμένη.
Είδε τον Ορέστη με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι και είχε τα χάλια του.
Δεν έπινε ποτε το μεσημέρι.
«Κύριε είναι όλα καλά;» Τόλμησε να ρωτήσει τρομαγμένη η κοπέλα.
«Φώναξε όλο το προσωπικό να έρθει αμέσως εδώ... όλους τους φρουρούς τις μαγείρισσες την νταντά της μικρής όλους... να φροντίσετε να μείνει μακριά από το γραφείο μου η Αρετή» είπε αγνοώντας την ερώτηση της κοπέλας.
Έτρεξε αμέσως να μεταφέρει την διαταγή του κυρίου και στους άλλους και φρόντισε η Αρετή να είναι στο δωμάτιο της και να παίζει όση ώρα τους ήθελε στο γραφείο του ο Ορέστης.
«Ακούστε με όλοι πολύ προσεκτικά γιατί θα τα πω μια φορά...Η κυρία σας θα λείπει από το σπίτι για κάποιον διάστημα... οποίος και να έρθει σε αυτό το σπίτι οποίος ρωτήσει κάτι για την κυρία σας θα λέτε ότι είναι στο εξωτερικό για μια σοβαρή εγχείρηση και ότι εγώ πηγαινοέρχομαι για να επιβλέπω και εκείνη αλλά και τις δουλειές μου και φυσικά οι γονείς της είναι μαζί της έγινα κατανοητός;»
«Μάλιστα κύριε» είπαν όλοι με μια φωνή και δεν τόλμησαν να ρωτήσουν τίποτα για τις φωνές του και το ψέμα που θα έπρεπε να πουν γιατί η αλήθεια δεν ήταν.
Αν η κυρία τους είχε πρόβλημα με την υγεία της θα το ήξεραν. Δεν ρώτησαν τίποτα όμως γιατί δεν ήταν η δουλειά τους να ρωτάνε. Η δουλειά τους ήταν να εκτελούν διαταγές και αυτό έκαναν.
«Το παιδί δεν θα μάθει τίποτα... στην μικρή θα λέτε ότι είναι σε ένα ταξίδι για δουλειές και θα αργήσει να επιστρέψει.... στις δουλειές σας τώρα» είπε απαιτητικά και όλοι βγήκαν από το γραφείο του σιωπηλοί.
«Μαρία όχι εσυ» σταμάτησε την κοπέλα η οποία έμεινε μέσα στο γραφείο όταν όλοι είχαν αποχωρήσει.
«Κλείσε την πόρτα και κάθισε» της είπε ήρεμα και η κοπέλα υπάκουσε.
«Τι συμβαίνει κύριε Ορέστη;» Πήρε ξανά το θάρρος να ρωτήσει η νεαρή κοπέλα και η αγωνία της ήταν πολύ φανερή.
«Μαρία αφού η γυναίκα μου σε εμπιστεύεται απόλυτα δεν έχω λόγο να μην σε εμπιστευτώ και εγώ... την Αλεξάνδρα την πήραν δυο άγνωστοι τύποι την ώρα που έβγαινε από το ίδρυμα για να γυρίσει εδώ» ξεκίνησε να της εξηγεί ο Ορέστης και η κοπέλα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
«Την απήγαγαν;» Ρώτησε φοβισμένη.
«Έτσι φαίνεται... σίγουρα εμένα έχουν στόχο και για να χτυπήσουν εμένα πήραν την Αλεξάνδρα γνωρίζοντας ότι θα κάνω ότι μου ζητήσουν για να την πάρω πίσω»
«Κύριε Ορέστη με όλο το θάρρος αλλά ο Αντρέας δεν ήταν μαζί της;»
«Αυτός ο ηλίθιος την άφησε να μπει μόνη στο κριτήριο και όταν έβγαινε έγινε ότι έγινε... αλλά το θέμα μας είναι ότι θα πρέπει να υπάρξει απόλυτη εχεμύθεια από μέρος σου... δεν πρέπει να διαρρεύσει τίποτα τέτοιο...παίζονται όλα... ακόμα και η ζωή της»
«Κύριε τι μου λέτε ότι μπορεί να της κάνουν κακό;» Ρώτησε τρομαγμένη η κοπέλα.
«Όλα είναι πιθανά... για αυτό δεν θα σου ξεφύγει λέξη πουθενά μέχρι να δω τι θα κάνω... πήγαινε τώρα» της είπε ενώ γέμιζε ξανά το ποτήρι του με ουίσκι.
Η Μαρία βγήκε από το γραφείο του και έκλεισε σχεδόν αθόρυβα την πόρτα για να μην ενοχλήσει τον κύριο της. Όλη αυτή η κατάσταση τον είχε αναστατώσει παρα πολύ. Μπορεί όλο το προσωπικό του σπιτιού να ήξερε ότι το ζευγάρι δεν κοιμόταν μαζί και ότι σπάνια είχαν τρυφερές στιγμές μεταξύ τους αλλά ποτε κανεις δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει ότι ο Ορέστης λάτρευε την γυναίκα του και θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να είναι εκείνη καλά... ακόμα και να σκοτώσει αν χρειαζόταν... αρκεί η γυναίκα και το παιδί του να ήταν καλά.
Ήπιε μονορούφι όλο το ποτό που υπήρχε στο ποτήρι του και μετά το ξανά γέμισε. Έπρεπε να καλέσει τους γονείς της... Έπρεπε να τους ενημερώσει. Υποτίθεται ότι η Αλεξάνδρα βρίσκεται στο εξωτερικό για μια σοβαρή εγχείρηση και οι γονείς της είναι εκεί μαζί της.. όταν μαθευτεί το γεγονός θα πρέπει να εξαφανιστούν και οι γονείς της από εδώ ώστε να μην τους πάρει κανένα μάτι. Πήρε το κινητό στα χέρια του και κάλεσε τον πεθερό του. Εκείνος ψύχραιμος θα μπορούσε να κάνει μια κανονική κουβέντα μαζί του.
«Ορέστη... τι ευχάριστη έκπληξη» αναφώνησε χαρούμενος ο Χριστόφορος όταν σήκωσε το τηλέφωνο.
«Δεν θα την έλεγα και τόσο ευχάριστη Χριστόφορε» απάντησε και δεν προσπάθησε να κρυφτεί.
Οι γονείς της έπρεπε να ξέρουν την αλήθεια αλλά και να ήθελε να τους την κρύψει δεν υπήρχε καμία τέλεια δικαιολογία... θα τον καταλάβαιναν.
«Δεν σε καταλαβαίνω»
«Θέλω να έρθεις από το σπίτι μαζι με την γυναίκα σου... πρέπει να μιλήσουμε» είπε σοβαρά ο Ορέστης πίνοντας άλλη μια γουλιά από το ποτό του.
«Είναι όλα καλά; Το παιδί; Η Αλεξάνδρα;» Ρώτησε ανήσυχος τώρα ο άντρας από την άλλη γραμμή.
«Θα ήθελα να τα πούμε από κοντά» απάντησε εκείνος αγνοώντας την σειρά ερωτήσεων που είχε κάνει ο πεθερός του.
«Σε λίγο θα είμαστε εκεί» είπε βιαστικά ο άντρας και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Ορέστης ενημέρωσε τους φρουρούς για τον ερχομό την πεθερικών του και διέταξε επίσης ότι κανεις και τίποτα δεν θα έμπαινε στο σπίτι χωρις πρώτα να περάσει από αυστηρό και πλήρη έλεγχο.
Όταν κατέφθασαν στο σπίτι η Ρεγγίνα με με τον Χριστόφορο η Άννα τους οδήγησε μέχρι το γραφείο του Ορέστη ο οποίος ήταν εκεί και τους περίμενε πάντα με την συντροφιά του ποτού του.
«Καθίστε» τους είπα απλά και υπέδειξε τις καρέκλες απέναντι του.
«Τι συμβαίνει Ορέστη; Γιατί μας κάλεσες εδώ τέτοια ώρα;» Ρώτησε αναστατωμένη η Ρεγγίνα την ώρα που κάθισε στην καρέκλα της.
«Αρχικά Ρεγγίνα μου θα ήθελα να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου... κάτι δύσκολο αλλά θα ήθελα να το κάνεις... το μόνο που δεν θέλω αυτή την στιγμή είναι η κρίσεις σου» της είπε σχεδόν απαιτητικά.
«Άσε την Ρεγγίνα Ορέστη και πες μου τι συμβαίνει;»
«Απήγαγαν την Αλεξάνδρα»
Αρκούσαν μόνο αυτές οι τρεις λέξεις για να κάνουν την Ρεγγίνα να πέσει σχεδόν λιπόθυμη στην καρέκλα της από το σοκ.
«Ρεγγίνα... Ρεγγίνα σύνελθε» φώναζε ο άντρας της προσπαθώντας να την συνεφέρει.
«Γιατί το παιδί μου;» Μονολογούσε μέσα στον πανικό της η Ρεγγίνα ενώ προσπαθούσε να συνέλθει.
«Προφανώς έχουν στόχο να βλάψουν εμένα» εξήγησε ο Ορέστης όταν είδε την Ρεγγίνα να συνέρχεται σιγά σιγά.
«Και γιατί να πάρουν την Αλεξάνδρα;» Ρώτησε ψύχραιμα ο πεθερός του.
«Είναι απλο... οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν σίγουρα τι κάνουν... και σίγουρα θα ξέρουν ότι είμαι διατεθειμένος να δώσω και να κάνω τα πάντα για να γυρίσει η Αλεξάνδρα πίσω σώα και αβλαβής»
«Το ξέρω Ορέστη... δεν αμφισβήτησα ποτε ότι αγαπάς την κόρη μου για αυτό άλλωστε και δέχτηκα αυτόν τον γάμο»
«Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα;» Μπήκε στην συζήτηση η Ρεγγίνα.
«Περιμένουμε να δούμε τι θέλουν... εγώ από την μεριά μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα.... εσείς όμως μπορείτε» είπε και κοίταξε τον Χριστόφορο.
«Τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Να μην εμφανίζεστε πουθενά δημόσια... αν είναι δυνατόν να μην βγαίνετε γενικά» ζήτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε ο Ορέστης.
«Γιατί αυτό; Που θα βοηθήσει;»
«Χριστόφορε δεν θέλω να διαρρεύσει το θέμα... και έτσι είπα σε όλο το προσωπικό ότι οποίος και να ρωτήσει για την Αλεξάνδρα να πουν ότι βρίσκεται στο εξωτερικό για μια σοβαρή εγχείρηση και ότι εσείς είστε μαζί της... και εγώ φυσικά πηγαινοέρχομαι για να βλέπω το παιδί αλλά και για να τσεκάρω τις δουλειές μου... φυσικά στο παιδί θα πούμε ότι η μαμα της είναι σε ένα ταξίδι για δουλειές και θα αργήσει λίγο να επιστρέψει» τους εξήγησε κατά λέξη ο Ορέστης και φάνηκε να καταλαβαίνουν απόλυτα αυτά που τους έλεγε.
«Εντάξει Ορέστη... θα το κάνουμε... θα ενημερώσω και το δικό μας προσωπικό αλλά και την φρουρά να λέει πως λείπουμε σε όποιον μας ζητήσει» απάντησε με κατανόηση.
«Και καλύτερα να έρθετε να μείνετε εδώ για όσο διάστημα κρατήσει όλο αυτό.. αφού δεν θα μπορείτε να βγαίνετε έξω τουλάχιστον να είστε κοντά μου για να μαθαίνετε τα νέα αμέσως και να μην χρειαστεί να κρυώσετε για να έρθετε μέχρι εδώ όταν χρειάζεται»
«Εντάξει... έχεις δίκιο είναι πιο βολικό»
«Θα στείλω και εγώ τον οδηγό μου να σας βοηθήσει με τα πράγματα που θέλετε να πάρετε και όταν είστε έτοιμοι έρχεστε... το δωμάτιο σας θα είναι έτοιμο» είπε και σηκώθηκαν για να φύγουν.
«Σε ευχαριστούμε Ορεστη... μέχρι το βράδυ θα είμαστε εδώ» είπε ο πεθερός του και αποχώρησε μαζί με την γυναίκα του για κάνουν όλα είχαν συμφωνήσει με τον γαμπρό τους.
Η επόμενη ώρα τον βρήκε τον Ορέστη ακόμα στο γραφείο του μέχρι που την σιωπή του έσπασε ένα τηλεφώνημα. Με μηχανικές κινήσεις σήκωσε το τηλέφωνο και έβαλε το ακουστικό στο αυτί του.
«Παρακαλώ» είπε αδιάφορα χωρις καν να κοιτάξει ποιος ήταν.
«Μην ανησυχείς θα έρθει και αυτή η ώρα κύριε Αποστόλου... θα μας παρακαλάς για να αφήσουμε την γυναίκα σου» ακούστηκε μια ξένη και βαριά αντρική φωνή από την άλλη γραμμή και αμέσως ο Ορέστης πετάχτηκε από την καρέκλα του.
«Ποιος είσαι; Τι έχεις κάνει στην γυναίκα μου;» Φώναξε θυμωμένος αλλά ο άντρας από την άλλη γραμμή γελούσε. «Θα σε σκοτώσω... θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια αν πάθει κάτι τ ακούς;»
«Οι απειλές δεν μετράνε σε εμένα... αυτό να το ξέρεις» του είπε όταν σταμάτησε να γελάει.
«Τι θέλεις; Λέγε;» Του φώναξε.
«Αυτά θα τα πούμε πορεία.. προς το παρόν πήρα να σου πω ότι όσο ακολουθείς κατά γράμμα τις εντολές μου η γυναίκα σου θα είναι καλά» είπε και η γραμμή έκλεισε.

Συμφωνία ΓάμουDonde viven las historias. Descúbrelo ahora