Κεφάλαιο 19

3.8K 192 6
                                        

Το ταξί σταμάτησε έξω από την έπαυλη του Ορέστη Αποστόλου και από εκεί κατέβηκε διαλυμένη η Αλεξάνδρα. Ευχαρίστησε εκείνον που την την έφερε και στάθηκε έξω από την πύλη του σπιτιού μην ξέροντας αν ήθελε να μπει η όχι.
«Η κυρία Αλεξάνδρα» άκουσε έναν από τους φρουρούς να λέει και η πύλη άνοιξε.
Τους έκανε νόημα να μείνουν στις θέσεις τους και πήγαινε με αργά βήματα προς την πόρτα του σπιτιού. Το σώμα της πονούσε για αυτό και τα βήματα της ήταν αργά. Η πόρτα όπως πάντα άνοιξε μόλις την χτύπησε σαν να την περίμενε κάποιος από πίσω. Όλα όπως τα θυμόταν εκτός από την ψυχή της που είχε διαλυθεί.
«Κυρία» ακούστηκε η έντρομη φωνή της Μαρίας όταν είδε την κυρία της σε κακό χάλι.
«Όχι τώρα Μαρία.. είμαι εντάξει» της είπε χωρις να έχει ορέξη για κουβέντα και εξηγήσεις.
«Αλεξάνδρα» ακούστηκε και η φωνή του Ορέστη ο οποίος μόλις την αντίκρισε έχασε τον κόσμο.
Αυτή η γυναίκα δεν θύμιζε σε καμία περίπτωση την γυναίκα που είχε παντρευτεί και ζούσε τόσα χρόνια μαζί της. Αδιαφόρησε για την παρουσία του και τον προσπέρασε για να πάει στο δωμάτιο της όμως εκείνος την έπιασε από τον καρπό για να την σταματήσει και είδε τις μελανιές και τα σημάδια στο χέρι της.
«Τι είναι αυτά;» Την ρώτησε θυμωμένος.
«Άσε με... σε μισώ» του είπε και έτρεξε στο δωμάτιο της κλαίγοντας.
Κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί και έτρεξε πίσω της για να της εξηγήσει αλλά όπως ήταν φανερό δεν του άφησε και πολλά περιθώρια.
«Φύγε» του φώναξε και εκείνος έκλεισε την πόρτα του δωματίου της.
«Άσε με να σου πω»
«Να μου πεις τι; Τι να μου πεις;» Είπε και άρχισε να κλαίει ακόμα πιο δυνατά «σκοτωσες το παιδί μου... πως μπορείς και με κοιτάς στα μάτια; Σε μισώ... σε μισώ όσο δεν έχω μισήσει ποτε κανέναν στην ζωή μου» άρχισε να του φωνάζει αλλά εκείνος ήθελε μόνο να γελάσει αλλά δεν το έκανε... την άφησε να φωνάξει και να ξεσπάσει όπως εκείνη ήθελε.
«Έχεις δίκιο» της είπε μόνο και ο θυμός της μεγάλωσε.
Το κατάλαβε από τα μάτια της. Όταν θύμωνε οι κόρες των ματιών της μεγάλωναν.
«Έχω δίκιο; Αυτό έχεις μόνο να πεις; Ότι έχω δίκιο; Σκοτωσες ένα παιδί και το μόνο που κες είναι ότι έχω δίκιο; Σε μισώ... σε μισώ.... τ ακούς; Σε μισώ» του φώναζε και τον χτυπούσε.
«Τελείωσες;» Την ρώτησε ατάραχος εκείνος.
«Μαζί τελείωσα»
«Ναι αυτό είναι ένα θέμα που θα συζητήσουμε αργότερα εγώ σε ρωτάω αν τελείωσες με τον μονόλογο γιατί θέλω να σου πω και εγώ κάτι»
«Όχι... τίποτα δεν θέλω να μου πεις... δεν θέλω να ακούσω τίποτα... θέλω να φύγω από εδώ μέσα»
«Αλεξάνδρα η Αρετή είναι στο σπίτι του Μαριου» της είπε και ξαφνικά έπεσε σιωπή στο δωμάτιο.
«Τι είπες;»
«Κάτσε κάτω να σου εξηγήσω» της είπε και κάθισε στο κρεβάτι περιμένοντας να κάνει και εκείνη το ίδιο.
«Θέλω να μου πεις τώρα αμέσως τι εννοούσες»
«Ότι το παιδί ζει... αλλά μάλλον με έχεις πάρει με πολύ κακό μάτι ώστε να πιστεύεις ότι θα έκανα κακό στο παιδί μου» είπε αλλά δεν φάνηκε καθόλου θυμωμένος.
Σε ένα σημείο την καταλάβαινε. Είχε περάσει τόσα και δεν θα της φαινόταν τίποτα απίθανο. Ήταν μάνα και θα έκανε τα πάντα για το παιδί της.
«Θα με τρελάνεις τελείως; Τι είναι αυτά που λες;»
«Κόλπο ήταν Αλεξάνδρα... ήταν κόλπο... ένα πολύ καλοστημένο κόλπο.. μόνο αν θεωρούσαν το παιδί νεκρό θα σε άφηναν να γυρίσεις» της εξήγησε και χωρις καν να σκεφτεί την κίνηση της έπεσε στην αγκαλιά του και εκείνο της ανταπέδωσε αυτή την αγκαλιά που τόσο του είχε λείψει.
«Αγάπη μου... ποσό μου ελειψες» της είπε και εκείνη ξαφνιάστηκε από αυτό που μόλις είχε ακούσει.
«Τι είπες;»
«Ότι μου ελειψες» είπε εκείνος σαν να άκουσε κάτι που του φάνηκε παράξενο.
«Όχι όχι αυτό.. με είπες αγάπη μου» του είπε και τωρα εκείνη είχε ύψος παράξενο.
«Κακό είναι;»
«Ορέστη έξι χρόνια τώρα δεν με έχεις αποκαλέσει ποτε έτσι»
«Υποθέτω πως για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά»
«Ξέρεις θέλω να μιλήσουμε λίγο» του είπε και έφυγε από την αγκαλιά του.
«Ναι και εγώ... αρχικά να ξεκινήσουμε από τα σημάδια στα χέρια σου»
«Αστα αυτά»
«Περιμένω» της είπε επίμονα.
«Από το σχοινί... με είχαν δεμένη»
«Οι μελανιές;»
«Ορέστη μην τα σκαλίζεις τώρα»
«Απάντησε μου» είπε θυμωμένος.
«Ορέστη»
«Σε άγγιξε;»
«Έλα Σταματα δεν έχει νόημα να τα συζητάμε»
«Απάντησε μου σε αυτό που σε ρωτάω»
«Τι θα αλλάξει αν απαντήσω;»
«Απάντησες ήδη...... θα τον σκοτώσω τ  ακούς;»
«Άκουσε με... είμαι εδώ και είμαι καλά χάρη σε εσένα... και να πω την αλήθεια δεν περίμενα να δώσεις το 50% της εταιρίας σου μόνο και μόνο για να γυρίσω πίσω»
«Δεν το έδωσα... πλαστό ήταν... αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα... αυτό που δεν μπόρεσες ποτε σου να καταλάβεις ήταν ότι θα έδινα και την ζωή μου για εσένα Αλεξάνδρα... γιατί σ αγαπάω γιατί εσυ είσαι η ζωή μου και χωρις εσένα δεν υπάρχω»
«Και περίμενες έξι χρόνια για να μου τον πεις;»
«Το λάθος με εσάς τις γυναίκες είναι ότι θέλετε για όλα επιβεβαίωση... γιατί θες να ακούς κάτι από την στιγμή που εγώ κάθε μέρα που περνούσε σου έδειχνα όλο και περισσότερο το ποσό σε αγαπούσα»
«Καμία φορά χρειάζεται και η επιβεβαίωση Ορέστη»
«Τι να την κανεις; Πιστεύεις πως αν δεν σ αγαπούσα θα δεχόμουν το ότι λίγο μετά τον γάμο μας με απάτησες με τον Μάρκο; Ότι μεγάλωσα το παιδί του σαν δικό μου χωρις να με νοιάζει... αν αυτό δεν είναι ένδειξη αγάπης τότε τι είναι;»
«Ποσό καιρό ξέρεις;»
«Χρόνια ξέρω.. από την αρχή ξέρω και δεν μίλησα ποτε..»
«Τότε τι άλλαξε αφού λες ότι μ αγαπάς;  Γιατί δεν κοιμάσαι μαζί μου τα βραδια;»
«Γιατί τρία χρόνια ραγίζεις την καρδιά μου όταν κάθε βράδυ φωνάζεις τον Μάρκο στον ύπνο σου... Πονούσε πολύ περισσότερο αυτό παρα το ότι κοιμόμουν μακριά σου»
«Τι έκανα;» Ρώτησε και φάνηκε να μην της αρέσει αυτό που άκουγε.
«Φώναζες τον Μάρκο στον ύπνο σου Αλεξάνδρα και έλεγες ότι δεν με θέλεις»
«Ορέστη δεν το έκανα επίτηδες.... δηλαδή... δεν.....» δεν ήξερε τι να πει για να σώσει την κατάσταση.
«Το ξέρω καρδιά μου... αλλά ακόμα και τώρα αν το θέλεις εγώ θα σε αφήσω να φύγεις... θα σου δώσω τον χρόνο που χρειάζεσαι όπως και τότε»
«Τότε;» Τον ρώτησε χωρις να καταλαβαίνει.
«Θυμάσαι όταν ήσουν έγκυος στην Αρετή που έφυγα για ένα ταξίδι στο Λονδίνο;»
«Ναι... για την δουλειά»
«Δεν πήγα πουθενά... στο εξοχικό ήμουν μαζί με την Ειρήνη και τον Στέλιο... απλά επειδή ήξερα ότι το παιδί είναι του Μάρκου σου άφησα χρόνο να αποφασίσεις αν θες να μείνεις μαζί μου ή να πας μαζί του αλλά εσυ έμεινες»
«Ορέστη... δεν νιώθω περήφανη για αυτό που έκανα... και η αλήθεια είναι ότι πιο πολύ ήθελα να φύγω από κοντά από ντροπή παρα γιατί το ήθελα.... και για τον Μάρκο δεν χρειάζεται να ανησυχείς... έχει φύγει από την Ελλάδα έφυγε πριν γεννηθεί η μικρή το έψαξα»
«Γιατί το έψαξες;»
«Γιατί δεν ήθελα κανένας να εισβάλει στην οικογένεια μου και να την διαλύσει... το έκανα εγώ μια φορά»
«Όπως και να έχει... σκέψου τι θέλεις να κανεις για άλλη μια φορά... εγώ θα είμαι στο γραφείο μου... ότι και να αποφασίσεις θα το δεχτώ... αλλά να ξέρεις πως είμαι εδώ και σ αγάπησα και σ αγαπώ περισσότερο από όσο μπορείς να φανταστείς» είπε και έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα.
«Τι να σκεφτώ;» Μονολόγησε εκείνη και έτρεξε πίσω του.
Είχε φτάσει ήδη στο γραφείο και μπήκε μέσα χωρις να χτυπήσει όπως έκανε πάντα.
«Δεν έχω να σκεφτώ τίποτα Ορέστη» του είπε και εκείνος γύρισε απλά να την κοιτάξει. «Σ αγαπάω ρε γαμωτο και ήμουν πολύ ηλίθια που δεν κατάλαβα νωρίτερα ότι πάντα γυρίζω σε εσένα επειδή σ αγαπάω.... ποτε μου δεν κατάλαβα ποσό πονούσε να είσαι μακριά μου μέχρι που σε είδα με εκείνη σε αυτό το ανόητο βίντεο.... ήμουν τόσο ηλίθια... τόσο χαζή μου έδωσες τον κόσμο ολόκληρο και έχω στάθηκα πάντα στην λεπτομέρεια που δεν μου άρεσε.... δεν θα έπρεπε να με ρωτάς εσυ αν θέλω να ζήσω μαζί σου αλλά εγώ αν θες εσυ να ζήσεις μαζί μου μετά από όσα έχω κάνει» είπε και λίγα δάκρυα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους.
«Εγώ πάντα θα γυρίζω σε εσένα ότι και και να γίνει τ ακούς; Πάντα» είπε ενώ την είχε πιάσει από τα μπράτσα.
«Ωραία τότε νομίζω ότι είναι μια καλή ευκαιρία να σου πω ότι είμαι έγκυος» του είπε και ο Ορέστης πήρε τα χέρια του από πάνω της.
«Το παιδί πιανού είναι;» Την ρώτησε πιο πολύ για να αστειευτεί αλλά δεν της φάνηκε το ίδιο αστείο.
«Αυτό είναι δικό σου»
«Και η Αρετή δίκη μου... αυτό να το θυμάμαι... δεν την ξεχώρισα και δεν θα την ξεχωρίσω ποτε... είναι παιδί μου όπως και αυτό εδώ» είπε και έπιασε την κοιλιά της.
«Είναι αγόρι... κατά πάσα πιθανότητα»
«Που το ξέρεις;»
«Το ήξερα καιρό πριν... αλλά δεν είπα τίποτα»
«Και όσο ήσουν εκεί το ήξερες; Όσο εκείνος σε.... ήξερες.... θα τους σκοτώσω..»
«Κοίταξε με... είμαι καλά και εγώ και το παιδί... είχαν φέρει γιατρό λόγω αιμορραγίας... είναι όλα καλά»
«Θα πας ξανά σε γιατρό δεν την εμπιστεύομα»
«Οπα... ποια δεν εμπιστεύεσαι;»
«Αυτή την τρελή που σε είχε εκεί που σε είχε»
«Ξέρεις ποια είναι;»
«Ναι ξέρω... και τώρα κατά πάσα πιθανότητα να είναι στο τμήμα και αυτή και ο Χρήστος»
«Ο Χρήστος;»
«Αυτός έδινε τις πληροφορίες από εδώ μέσα για αυτό ήξερε τόσα πολλά»
«Και ο άλλος; Ήταν και ένας άλλος»
«Δεν ξέρω... λογικά θα πρέπει να τον βρουν αφού έχουν τους δυο»
«Ο Χρήστος;» Ρώτησε μην μπορώντας να το πιστέψει.
«Απίστευτο μου φαίνεται και εμένα... δουλεύει για εμένα χρόνια πριν... πριν παντρεύουμε»
«Μην το ψάχνεις τώρα Ορέστη μου τελείωσε... το μόνο που θέλω τώρα είναι να δω το παιδί μου... το κοριτσάκι μας»
«Μανούλα» ακούστηκε η παιδική φωνή της Αρετής που μπήκε τρέχοντας μέσα στο γραφείο και έπεσε στην αγκαλιά της.
«Μωρό μου... αγάπη μου» είπε και την φιλούσε με μανία σαν να είχε να τη δει χρόνια...
«Μαμα μου... μου ελειψες πολύ»
«Και εμένα λουλούδι μου και εμένα... παρα πολύ» είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
«Τι είναι αυτό μαμα;» Είπε όταν είδε το χέρι της.
«Τίποτα αγάπη μου η μαμα χτύπησε λίγο αλλά δεν είναι κάτι μην ανησυχείς» είπε και ο Ορέστης την πήρε στην αγκαλιά του.
«Αρετή μου... δεν μου λες θέλεις ένα αδερφάκι;» Την ρώτησε και η Αλεξάνδρα γέλασε.
«Πλάκα κανεις; Φυσικά και θέλω μπαμπά» είπε με την παιδική της φωνή και μόνο να γελάσουν μπορούσαν και οι δυο.
«Ωραία... θα περιμένεις λίγο μωρό μου αλλά θα το αποκτήσεις» της είπε η Αλεξάνδρα γελώντας και η μικρή χτυπούσε παλαμάκια από την χαρά της.
«Πήγαινε τώρα να παίξεις να κάνει και η μαμα ένα μπάνιο... και αύριο θα πάμε στον γιατρό να δούμε το αδερφάκι σου εντάξει;»
«Ναι ναι ναι» είπε και πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο της.
«Πάω να πω στην Μαρία να ετοιμάσει το μπάνιο» είπε και έκανε να φύγει αλλά η Αλεξάνδρα τον σταμάτησε.
«Δεν χρειάζεται» του είπε και τον τράβηξε πίσω.
«Θα χαλαρώσεις»
«Υπάρχουν και άλλοι τρόποι να χαλαρώσω και στην τελική μπορώ να ανοίξω και μόνη μου το νερό για να κάνω μπάνιο εκτός και αν θέλεις να με βοηθήσεις» του είπε χαμογελώντας πονηρά.
«Αλεξάνδρα δεν νομίζω ότι μπορούμε.. το παιδί»
«Λες πολλά... και δεν έχω πολύ υπομονή» του είπε και τον φίλησε απαλά στα χείλη όσο ξεκουμπωνε το πουκάμισο του.
Εκείνος δεν μίλησε και αυτό έδωσε θάρρος στην Αλεξάνδρα να συνεχίσει.
Του είχε λείψει τόσο πολύ... τα πάντα της... εκείνη το κορμί της τα φιλια της όλα. Ήταν πειρασμός... ένας πειρασμός στον οποίο δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Όλα τα αλλά μπορούσαν να περιμένουν... Θα πήγαινε αργότερα στο τμήμα.... δεν έβαζε κανένα και τίποτα πάνω από την γυναίκα του και το παιδί του και η Αλεξάνδρα δεν του είχε αφήσει και πολλά περιθώρια ώστε να θέλει να φύγει. Έτσι έμεινε εκεί απολαμβάνοντας την ώρα που περνούσε στην αγκαλιά της το μοναδικό μέρος που ήθελε να βρίσκεται.

Συμφωνία ΓάμουDonde viven las historias. Descúbrelo ahora