Της άνοιξε την πόρτα σχεδόν αμέσως ααν να την περίμενε πίσω από αυτή.
«Το ήξερα ότι θα έρθεις» της είπε με ένα πλατύ χαμόγελο.
«Δεν έπρεπε»
«Κι όμως είσαι εδώ» της είπε και εκείνη έκανε να φύγει αλλά την σταμάτησε.
Γύρισε και τον κοίταξε και μετά ο Μάρκος της έκανε νόημα να περάσει μέσα και εκείνη υπάκουσε.
Πάνω στην κουβέντα για τα παλιά για το ποσό καλά ήταν μαζί και το πως έγιναν ήρθαν και τα πρώτα φιλια οι αγκαλιές η φλόγα που υπήρχε τότε ανάμεσα τους δεν είχε σβήσει.. έτσι ένιωθε. Έμειναν στο κρεβάτι που μοιραζόταν και λίγους μήνες πριν για πολύ ώρα κάνοντας έρωτα έχοντας στην αγκαλιά τους ο ένας τον άλλον. Της είχε λείψει το κορμί του και για εκείνη την στιγμή δεν ένιωθε τύψεις... αλλά ήταν μόνο για εκείνη την στιγμή.
«Γυρνα πίσω σε εμένα Αλεξάνδρα» της είπε ενώ την είχε στην αγκαλιά του και κάπνιζε το τσιγάρο του.
Δεν τον θυμόταν να καπνίζει.
«Δεν μπορώ Μάρκο» του είπε θλιμμένα.
«Δεν τον αγαπάς Αλεξάνδρα... αν τον αγαπούσες δεν θα ήσουν εδώ τώρα» της είπε και ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά της.
Τι είχα κάνει;
Σηκώθηκε απότομα το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται.
«Που πας;» Την ρώτησε ξαφνιασμένος από την απότομη αλλαγή της διάθεσης της.
«Δε έπρεπε να είμαι εδώ... δεν έπρεπε να το κάνω αυτό» είπε και τότε οι τύψεις άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό της.
«Έλα τώρα ρε Αλεξάνδρα»
«Μείνε εκεί που είσαι... ήταν λάθος... είμαι παντρεμένη... και ασυγχώρητη ταυτόχρονα... δεν θα μου το συγχωρήσει ποτε αυτό» είπε και ήθελε να κλάψει.
Πως το έκανε αυτό; Πως είχε φερθεί έτσι; Τόσο ανόητα τόσο παιδικά. Δεν ήταν πια παιδί έπρεπε να μεγαλώσει και να φερθεί σαν γυναίκα.
«Γυρίζεις σε αυτόν;»
«Εκεί είναι θέση μου» του είπε και για άλλη μια φορά την σταμάτησε.
«Άσε με»
«Γιατί ήρθες εδώ σήμερα εεε;» Της φώναξε.
«Γιατί είμαι ηλίθια... αλλά δεν θα το ξανά κάνω το λάθος... αντίο και αυτή την φορά για πάντα» του είπε και έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο.
«Κυρία» της είπε ο Αντρέας όταν την είδε.
«Στην θάλασσα Χρήστο.. τώρα» του είπε και προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.
Όταν έφτασαν στην παραλία βγήκε από το αυτοκίνητο τρέχοντας και πήγε κλαίγοντας κοντά στο νερό. Ο Αντρέας τρομαγμένος έτρεξε από πίσω της.
«Κυρία είστε καλά; Τι σας συμβαίνει;»
«Τίποτα άσε με απλά λίγο να ηρεμήσω εντάξει;» Του είπε και εκείνος το σεβάστηκε και έκανε στην άκρη για να την αφήσει λίγο μόνη. Όταν την είδε πως είχε κάπως ηρεμήσει την πλησίασε ξανά και έκατσε στην άμμο δίπλα της.
«Είστε εντάξει τώρα;»
«Αντρέα μην μου μιλάς στον πληθυντικό... είμαι πολύ μικρότερη από εσένα»
«Δεν έχει να κάνει με την ηλικία κυρία αλλά με τον σεβασμό και είστε το αφεντικό μου σας σέβομαι όπως και τον κύριο Ορέστη» της απάντησε ευγενικά ο άντρας.
«Δεκτό» του είπε και χαμογέλασε.
«Θέλετε να μου πείτε τι συμβαίνει; Ίσως μπορώ να βοηθήσω»
«Όλα εντάξει απλά στεναχωρήθηκα η φίλη μου ήταν πολύ χάλια»
«Κυρία για αυτό κάνετε έτσι; Όλα καλά θα πάνε» της είπε για να την παρηγορήσει.
«Ναι... έχεις δίκιο»
«Θέλετε να γυρίσουμε στο σπίτι η να κάτσουμε λίγο ακόμα;»
«Αν δεν σε πειράζει θέλω να κάτσω λίγο... με ηρεμεί η θάλασσα» του απάντησε και εκείνος σηκώθηκε.
«Όπως θέλετε... θα είμαι στο αυτοκίνητο όταν θέλετε μπορούμε να φύγουμε» της είπε και την άφησε λίγο μόνη γιατί καταλάβαινε ότι το είχε ανάγκη αλλά πάντα είχε τα μάτια του πάνω της.
Μια ώρα μετά αποφάσισε να σηκωθεί και μα γυρίσει στο σπίτι. Ο Ορέστης δεν είχε γυρίσει ακόμα και ένιωσε καλά με αυτό. Πως θα τον κοιτούσε ξανά στα μάτια με τα από αυτό που είχε κάνει; Πως; Ένιωθε τόσες τύψεις που ήταν έτοιμη να τα αφήσει όλα και να φύγει. Τι είχε κάνει; Πως μπόρεσε να το κάνει; Φέρθηκε τόσο ανώριμα τόσο... ούτε οι λέξεις δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν αυτό που είχε κάνει. Πήγε στο μπάνιο και χώθηκε κάτω από το ζεστό νερό να χαλαρώσει. Όταν βγήκε από το μπάνιο ο Ορέστης καθόταν στο κρεβάτι και την περίμενε.
«Γύρισες;» Του είπε και χαμογέλασε αυθόρμητα μόλις τον είδε.
«Ναι... έκανες το μπάνιο σου;»
«Ναι... το χρειαζόμουν... με χαλάρωσε» σου είπε και εκείνος την αγκάλιασε και την φίλησε.
«Καλά έκανες κορίτσι μου»
«Εσυ πως είσαι;»
«Λίγο κουρεμένος αλλά εντάξει την παλεύω»
«Όπως πάντα Ορέστη μου» του είπε και εκείνος της χαμογέλασε.
«Κάθισε λίγο θέλω να τα πούμε» της είπε κάπως σοβαρά και ανησύχησε.
«Τι συμβαίνει;»
«Μου είπε ο Αντρέας τι έγινε σήμερα... ανησύχησε πολύ»
«Ορέστη μου δεν ήταν τίποτα του εξήγησα ότι στεναχωρήθηκα με την φίλη μου... αυτό είναι όλο»
«Σίγουρα;»
«Ναι... μην ανησυχείς εσυ άδικα... Αν ήταν κάτι σοβαρό θα στο έλεγα» του είναι και εκείνος της έδωσε ένα απολο φιλί στα χείλη.
«Εντάξει λοιπόν... κατεβαίνω στην τραπεζαρία σε περιμένω να φάμε»
«Ντύνομαι και έρχομαι» του είπε και δέκα λεπτά μετά ήταν κάτω.
Αφού έφαγαν ο Ορέστης πήγε στο γραφείο του για να τελειώσει μια δουλειά που είχε αφήσει στην μέση ενώ εκείνη πήγε μέχρι την βιβλιοθήκη όπως έκανε συχνά για να χαζέψει με κάποιο από τα βιβλία που της άρεσαν.
Εκείνο το βράδυ όταν ο Ορέστης ξάπλωσε δίπλα της για να κοιμηθούν ένιωθε να τρέμει όλο της το σώμα. Οι λίγες ώρες που πέρασε με τον Μάρκο άρχισαν να κανόνουν ξανά την εμφάνιση τους όπως και οι τύψεις.
«Ορέστη» του είπε κάπως μελαγχολικά.
«Τι είναι κορίτσι μου;»
«Μπορείς απόψε μόνο να με αγκαλιάσεις; Το έχω ανάγκη» του είπε και εκείνος χωρις καν να το σκεφτεί την έσφιξε στην αγκαλιά του.
