Κεφάλαιο 13

2.7K 154 7
                                        

Δυο μήνες... δυο μήνες μετά από εκείνο το πρώτο τους φιλί συνέχισαν να κάνουν πράγματα μαζί. Η Αλεξάνδρα απολάμβανε παρα πολύ την παρέα του και εκείνος την δίκη της αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Ο Ορέστης την ήθελε εκείνη είχε μπερδεμένα συναίσθημα τα οποία μπλέχτηκαν κι άλλο όταν μια νύχτα εκεί κοντά στην θάλασσα που τόσο άρεσε στην Αλεξάνδρα ο Ορέστης της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Δεν αρνήθηκε αλλά ούτε και δέχτηκε. Το δαχτυλίδι όμως έμεινε περασμένο στο χέρι της μέχρι να πάρει την απόφαση της. Γύρισε σπίτι της εκείνο το βράδυ σιωπηλή και το μόνο που του είπε ήταν μια καληνύχτα όπως κάθε βράδυ. Φυσικά η μητέρα της όταν επέστρεψε στο σπίτι η κόρη είδε το δαχτυλίδι στο χέρι της και βιάστηκε να χαρεί.
«Είναι αυτό που νομίζω;» Ρώτησε ενθουσιασμένη και κοίταξε τον άντρα και την κόρη της.
«Ναι μαμα... αλλά μην βιάζεσαι να χαρείς... δεν έχω απαντήσει ακόμα» σταμάτησε την χαρά της απότομα η Αλεξάνδρα.
«Γιατί το καθυστερείς; Ο Ορέστης είναι ένας εξαιρετικός άντρας και είμαι σίγουρη πως ξέρει να εκτιμά την γυναίκα που έχει δίπλα του» πέταξε την μπηχτή της.
Δεν άντεξε και πολύ.
«Μαμα σε παρακαλώ.. την ζωή μου την καθορίζω εγώ και κανένας άλλος... δεν πρόκειται να παντρευτώ κάποιον που δεν αγαπάω» είπε και πήγε στο δωμάτιο της χωρις να πει άλλη κουβέντα.
«Μην με κοιτάς Χριστόφορε... την βλέπεις... βρήκε άντρα να αγαπήσει... χάθηκε να είναι ο Ορέστης αυτός»
«Θα είναι» απάντησε απλά και λακωνικά εκείνος.
Πάντα μυστήριος άντρας  αλλά πάντα είχε ένα σχέδιο για όλα.
«Τι έχεις πάλι στο μυαλό σου Χριστόφορε;»
«Χρωστάμε στον Ορέστη μετά από τα λεφτά που μας έδωσε.... μπορώ να πείσω την Αλεξάνδρα να παντρευτεί τον Ορέστη σαν για να του ανταποδώσουμε την βοήθεια του»
«Δεν ξέρεις καθόλου την κόρη σου... δεν θα πουληθεί έτσι απλά»
«Θα το κάνει.... αν είναι να σώσει την οικογένεια της θα το κάνει»
«Δεν το νομίζω αλλά προσπάθησε... θα σωθεί το παιδί μας Χριστόφορε... ο Ορέστης είναι άντρας... θα την κάνει ευτυχισμένη»
«Πες της να έρθει στο γραφείο μου... θέλω να της μιλήσω» είπε ο Χριστόφορος και πήγε στο γραφείο του περιμένοντας την κόρη του η οποία έφτασε μετά από λίγο.
«Με ζήτησες;» Ρώτησε και έκλεισε την πόρτα πριν μπει μέσα και καθίσει σε μια καρέκλα απέναντι του.
«Ναι σε ζήτησα... θέλω να μιλήσουμε για ένα θέμα που με απασχολεί» της είπε σοβαρά.
«Να μιλήσεις με εμένα; Ποτε δεν μιλάς για τις δουλειές σου»
«Δεν είναι για δουλειά... πρόκειται για εσένα τον Ορέστη και φυσικά την πρόταση γάμου που σου έκανε» της είπε κοιτώντας το δαχτυλίδι που φορούσε η κόρη του στο χέρι της.
«Μπαμπά δεν θα δεχτώ... δεν τον αγαπάω... δεν μπορώ να ενώσω την ζωή μου με έναν άντρα που δεν αγαπώ» του εξήγησε εκείνη ήρεμα.
Πάντα με τον πατέρα της μιλούσε πιο ήρεμα. Η μητέρα της άρχιζε πάντα την γνωστή της υστερία και δεν μπορούσες να κανεις μια σωστή κουβέντα μαζί της.
«Πρέπει να τον παντρευτείς Αλεξάνδρα... χρωστάμε στον Ορέστη»
«Χρωστάμε;»
«Έχω χάσει πολλά λεφτά στο χρηματιστήριο και ο Ορέστης λόγω οικογενειακής φιλίας με τον δικό του πατέρα προσφέρθηκε να με βοηθήσει και να μου δώσει αυτά τα λεφτά σε αντάλλαγμα να κάνω ότι μου ζητήσει μετά»
«Και τι; Το αντάλλαγμα είμαι εγώ; Σου ζήτησε για αντάλλαγμα να με πείσεις να τον παντρευτώ;» Του είπε θυμωμένη.
«Όχι βέβαια... Ο Ορέστης δεν θα έκανε ποτε κάτι τέτοιο... ειναι κύριος»
«Τότε τι μπαμπά;»
«Σου ζητάω να το κανεις γιατί αν το κανεις έχουμε ξεχρεώσει μια και καλή από αυτόν... είναι πολύ δυνατός άντρας Αλεξάνδρα μπορεί να διαλύσει αν δεν κάνω αυτό που θα μου πει... αν τον παντρευτείς όμως ξεχρέωσα.... δεν θα μου ζητήσει τίποτα για χάρη σου... σκέψου το καλά Αλεξάνδρα... θα σώσεις την ομογένεια σου... και ο Ορέστης είναι σωστός άντρας... θα σε κάνει ευτυχισμένη» της εξήγησε και μέσα του πονούσε λίγο που έπρεπε να της πει ψέματα.
Ο Ορέστης ήταν έντιμος άνθρωπος δεν θα του ζητούσε να κάνει καμία παράνομη δουλειά η κάτι βρώμικο... το έκανε για το καλό της κόρης του όμως. Ήξερε ότι είναι για καλό και ας μην το καταλάβαινε εκείνη.
Έφυγε από το γραφείο του πατέρα της χωρις να του πει τίποτα. Αυτό ήταν.. είχε χτυπήσει στο συναίσθημα της. Ήξερε τι έκανε ο Χριστόφορος. Την επόμενη μέρα είπε το ναι.... με βαριά καρδιά με πόνο είπε το ναι. Δεν τον αγαπούσε. Ναι την έκανε ευτυχισμένη ήδη... μα δεν τον αγαπούσε. Περνούσε ευχάριστα μαζί του ξεχνούσε αλλά σαν φίλη του σαν μια καλή φίλη όχι σαν γυναίκα του... αλλά όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία πλέον γιατί ο γάμος έγινε έναν μήνα μετά. Θεωρήθηκε σαν τον γάμο της χρονιάς. Πάνω από χίλιους καλεσμένους και η δεξίωση που έγινε μετά στο σπίτι του Ορέστη ήταν κάτι παραπάνω από υπερπαραγωγή... όλα για εκείνη... δεν τον ένοιαζε ο κόσμος... και οι δυο τους να ήταν το ίδιο έκανε για εκείνον... Ήταν δίκη του μόνο δίκη του.
«Θέλω αυτά τα δαχτυλίδια  να μην τα βγάλεις ποτε από το χέρι σου... ούτε αυτό που σου έδωσα όταν σε ζήτησα σε γάμο αλλά ούτε και την βέρα σου» της είπε όταν περνούσε την βέρα στο χέρι της.
«Εντάξει... υπόσχομαι σε αυτόν τον γάμο ότι δεν θα τα βγάλω ποτε» του είπε και την φίλησε.
Ένα φιλί τόσο γλυκό τόσο τρυφερό μα δεν είχε αγάπη... δεν ένιωθε όπως τότε με τον Μάρκο. Ο γάμος της όμως ήταν ένα χαρούμενο γεγονός. Ακόμα και αν εκείνη ένιωθε κενή. Δεν φαντάζονταν εται τον γάμο της όμως φρόντιζε πάντα να δείχνει χαμογελαστή και ευτυχισμένη. Και για λίγο καιρό ήταν. Και ο Ορέστης ήταν. Μέχρι εκείνη την ώρα... η πρώτη  νύχτα του γάμου αποδείχθηκε τελικά καταστροφή. Η Αλεξάνδρα κοιμόταν ήσυχη στην αγκαλιά του όμως εκείνος όχι. Καθόταν ξύπνιος και την χάζευε χαϊδεύοντας της τα μαλλιά και χαμογελούσε... ήταν δίκη του.. και αυτό τον έκανε ευτυχισμένο.
«Όχι» την άκουσε να φωνάζει στον ύπνο της.
Σηκώθηκε ελαφρώς από το κρεβάτι για να μην την ξυπνήσει αλλά ακόμα την είχε στην αγκαλιά του.
«Δεν τον θέλω μπαμπά... δεν τον αγαπάω» συνέχισε να φωνάζει.
Ο Ορέστης κατάλαβε για ποιον μιλούσε. Όλα ήταν για εκείνον. Δέχτηκε την πρόταση του γιατί; Από συμφέρον; Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος όχι... γιατί δέχτηκε...
«Τον Μάρκο θέλω... αυτόν αγαπάω... Μάρκο γυρνα πίσω.. γυρνα πίσω» φώναξε και πετάχτηκε από το κρεβάτι τρομαγμένη.
«Όλα καλά... Αλεξάνδρα ηρέμησε» είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Μπορεί η καρδιά του να έσπασε σε κομμάτια εκείνη την στιγμή αλλά το δέχτηκε. Την αγκάλιασε και την φίλησε και έμεινε ξύπνιος μέχρι να ηρεμήσει και να ξανά κοιμηθεί. Εκείνος δεν κοιμήθηκε... Σκεφτόταν αυτό που πριν λίγο είχε συμβεί. Ήταν βιαστικός ο γάμος τους ναι αλλά εκείνη τον είχε δεχτεί. Είχε πει το ναι... Παρ όλα αυτά όμως αναζητούσε τον Μάρκο και όχι εκείνον... Πονούσε ακόμα και στην σκέψη ότι την ώρα που έκαναν έρωτα εκείνη σκεφτόταν τον Μάρκο. Όχι δεν θα το έκανε. Δεν θα έφτανε μέχρι εκεί. Δεν ήθελε να πιστεύει ότι θα έφτανε μέχρι εκεί. Αυτό θα πονούσε περισσότερο όποτε προτιμούσε να μην σκέφτεται αυτή την εκδοχή.
Συνέβη και άλλο βράδυ το ίδιο πράγμα και πάλι το άντεξε. Ήταν αρχή ακόμα και ήξερε ότι τον άλλον τον αγαπούσε ακόμα και αν υπήρχαν φορές που προτιμούσε να το ξεχνάει το ήξερε ότι τον είχε αγαπήσει πολύ και ότι αν της δινόταν η ευκαιρία θα γύριζε πίσω σε εκείνον. Την έβλεπε όμως χαμογελαστή ίσως και ευτυχισμένη. Έβγαινε έξω τα πρωινά έκανε τα ψώνια της γελούσε αν και έκανε παράπονα για την παρουσία του φρουρού το είχε αποδεχτεί προς το παρόν. Η ασφάλεια της ήταν το παν τώρα που ήταν γυναίκα του. Πήγαινε και στο γυμναστήριο. Την χαλάρωνε. Πήγαινε κάθε Σάββατο πρωί. Και ξαφνικά τυχαία τέσσερις μήνες μετά τον γάμο της συνάντησε ένα Σάββατο εκεί τυχαία τον Μάρκο με έναν φίλο του. Στην αρχή θεώρησε πως έκανε λάθος... έπρεπε να είχε κάνει λάθος μα όταν εκείνος την πλησίασε και της μίλησε ευχοταν να μην είχε γίνει αυτό.
«Αλεξάνδρα» της είπε και εκείνη διστακτικά γύρισε και τον κοίταξε.
«Μάρκο» είπε και εκείνη και προσπάθησε να φαίνεται ψύχραιμη.
Ο Αντρέας δίπλα της την είδε αναστατωμένη και πλησίασε.
«Αντρέα εντάξει μπορείς να καθίσεις... είναι γνωστός από τότε που πήγαινα σχολείο» του είπε και εκείνος κάθισε ξανά στην θέση του.
«Πολύ γνωστός θα έλεγα... τι έγινε κυρία Βρεττού; Η μάλλον να πω κυρία Αποστόλου... τώρα έχεις και φρουρούς;»
«Τι θέλεις Μάρκο;»
«Να μου πεις που πήγε η αγάπη σου; Γιατί τον παντρεύτηκες;»
«Εσυ γιατί με κερατωσες μέσα στο σπίτι μας;» Απάντησε στην ερώτηση σου με ερώτηση.
«Δεν απαντάς»
«Ούτε και εσυ» του είπε επιθετικά.
«Μάλλον δεν με αγαπούσες όσο έλεγες... τρεις μήνες μετά από εμένα είχες βρει άλλο και τον παντρεύτηκες κιόλας»
«Μάρκο λες πολλά... αλλά αυτό που δεν πρέπει να πεις είναι ότι δεν σ αγαπούσα... ξέρεις πολύ καλά ότι σε αγαπούσα με όλη μου την καρδιά και εσυ τα γκρεμισες όλα»
«Και τώρα; Δεν με αγαπάς;»
«Παντρεύτηκα»
«Δεν σε ρώτησα αυτό»
«Αυτό λέει πολλά όμως»
«Αγαπάς αυτόν που παντρεύτηκες Αλεξάνδρα;»
«Δεν σε αφορά... αλλά για να τον παντρεύτηκα λογικά θα τον αγαπάω»
«Σε ξέρω πιο καλά από όσο νομίζεις... δεν τον αγαπάς»
«Δεν σε αφορά όμως... εμείς έχουμε τελειώσει έτσι και αλλιώς»
«Όχι μωρό μου... εμείς δεν θα τελειώσουμε ποτε... όσο υπάρχω θα είσαι δίκη μου»
«Κρίμα...γιατί κάποιος άλλος με έχει στην αγκαλιά του τώρα»
«Μένω ακόμα στο σπίτι μας... θα σε περιμένω εκεί αύριο το απόγευμα» της είπε στο αυτί.
«Δεν θα έρθω»
«Εγώ θα σε περιμένω... αν και μεταξύ μας νομίζω πως θα έρθεις... ότι και να λες» της είπε και πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει έφυγε μαζί με τον φίλο του.
«Κυρία Αλεξάνδρα είστε καλά;» Την ρώτησε ο Αντρέας.
Ήταν λίγο αναστατωμένη αλλά δεν έπρεπε να καταλάβει τον λόγο. Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα ο Ορέστης.
«Όλα καλά Αντρέα... ήταν ο αδερφός μιας πολύ καλής μου φίλης... μου είπε ότι έχει αρρωστήσει και στεναχωρήθηκα... μπορεί να πάω να την μια από αυτές τις μέρες.. έχουμε πολλούς μήνες να βρεθούμε»
«Καλά θα κάνετε κυρία» της είπε και εκείνη του χαμογέλασε.
Όταν γύρισε στο σπίτι ο Ορέστης ήταν ήδη εκεί κάτι που δεν συνήθιζε. Ποτε δεν ήταν στο σπίτι πριν τις δυο και πολλές φορές δεν ερχόταν καθόλου το μεσημέρι.
«Άργησες σήμερα» της είπε όταν την είδε και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο μέτωπο όπως κάθε φορά που γυρνούσε εκείνος από την δουλειά.
«Πέτυχα ένα παλιό φίλο και πιάσαμε την κουβέντα» του απάντησε με ειλικρίνεια αλλά δεν ανέφερε το όνομα αυτού του φίλου και ο Ορέστης της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και για αυτό δεν ρώτησε τίποτα παραπάνω.
«Καλά έκανες Αλεξάνδρα μου... θα φάμε; Να πω στην Αγγελική να ετοιμάσει;»
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο και έρχομαι να φάμε» του είπε και του έδωσε ένα φιλί πριν ανεβει πάνω.
Ήταν ανήσυχη όλη την υπόλοιπη μέρα. Σκεφτόταν. Να πάει η όχι. Το κεφάλαιο Μάρκος είχε λήξει η τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Το βράδυ έφερνε σβούρες στο κρεβάτι και ο Ορέστης την κατάλαβε.
«Μωρό μου... τι έχεις; Δεν μπορείς να κοιμηθείς;»την ρώτησε και γύρισε να την κοιτάξει.
«Σε ξύπνησα; Συγγνώμη»
«Δεν πειράζει καρδιά μου... πες μου τι έχεις;» Είπε και την τράβηξε στην αγκαλιά του.
«Είμαι λίγο ανήσυχη... θυμάσαι το μεσημέρι που σου είπα ότι συνάντησα έναν φίλο στο γυμναστήριο;»
«Ναι και;»
«Είναι αδερφός μιας πολύ καλής μου φίλης και έμαθα ότι δεν είναι πολύ καλά και με έχει ανησυχήσει λίγο... δεν ξέρω σκέφτομαι να πάω να την δω» του είπε και ένιωθε τύψεις που του έλεγε ψέματα γιατί εκείνος ήταν πάντα εντάξει απέναντι της.
«Να πας αν αυτό θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα»
«Μάλλον αυτό θα κάνω... άντε έλα να κοιμηθούμε τώρα δουλεύεις αύριο» του είπε και αφού εκείνος της έδωσε ένα φιλί ξάπλωσε στην αγκαλιά του μα δεν κοιμήθηκε αμέσως. Το πρωί που ξύπνησε ο Ορέστης είχε φύγει και λογικό... ήταν κοντά στις δέκα. Ποτε δεν ξυπνούσε τόσο αργά και ο Ορέστης πάντα την χαιρετούσε πριν φύγει. Πρέπει να κοιμόταν πολύ βαριά αφού δεν τον κατάλαβε. Κατέβηκε όπως κάθε πρωί να πάρει το πρωινό της και για λίγο ξεχάστηκε μα στο μυαλό της ήρθε πάλι ο Μάρκος. Ειδοποίησε τον Χρήστο να βγάλει το αυτοκίνητο και πήγε να ντυθεί. Ενημέρωσε και τον Αντρέα όπως πάντα άλλωστε ότι θα έβγαινε με την δικαιολογία πάντα πως θα πήγαινε να δει την άρρωστη φίλη της και πήγε μέχρι το σπίτι που έμεναν τότε μαζί και χτύπησε στην πόρτα διστακτικά.

Συμφωνία ΓάμουWhere stories live. Discover now