Η Πέμπτη έφτασε πολύ γρήγορα και ο Ορέστης όπως πάντα στην ώρα του ήταν έξω και την περίμενε. Φορούσε ένα απλό τζιν και ένα απλο μπλουζάκι συνοδευόμενο από μια ζακέτα μιας και ήταν μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα.
«Στην ώρα σου» του είπε χαμογελώντας.
«Πάντα.... μετά από εσάς δεσποινίς» είπε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να μπει πρώτα εκείνη και μετά ακολούθησε και εκείνος.
Έκανε ένα νόημα στον οδηγό του που εκείνη δεν κατάλαβε και εκείνος ξεκίνησε. Πήγαν στο λιμάνι το οποίο ήταν γεμάτο με βάρκες και σκάφη. Φαντάστηκε πως θα πήγαινε κάπου με το δικό του προσωπικό σκάφος αλλά όχι δεν έγινε έτσι. Την συνόδευσε μέχρι ένα μικρό σκάφος το οποίο δεν ήταν δικό του.
«Φαντάστηκα πως θα πηγαίναμε κάπου με το δικό σου σκάφος» του είπε καθώς απολάμβαναν την βόλτα τους στην θάλασσα μέσα στο μικρό σκάφος ενός απλού ανθρώπου.
«Ναι αρχικά έτσι ήταν το σχέδιο αλλά κάτι τέτοιο δεν θα σου άρεσε σωστά; Δεν θες την πολυτέλεια»
«Που το ξέρεις αυτό;»
«Όταν κάποιος ενδιαφέρεται μαθαίνει»
Μυστήριος άντρας αλλά όπως είχε ξανά πει ευχάριστος και η παρέα μαζί του την έκανε να ξεχνιέται και να φεύγει για λίγο από την πραγματικότητα που την πονούσε.
«Και που πάμε;» Τον ρώτησε μετά από λίγο.
«Θα δεις» της είπε χωρις να της απαντήσει σε άλλη ερώτηση για τον προορισμό τους.
«Είσαι μυστικοπαθείς έτσι;»
«Λίγο» της απάντησε και εκείνη γέλασε.
Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή συζητούσαν για θέματα που αφορούσαν τους εαυτούς τους και έτσι άρχισαν να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον.
«Δουλεύεις τόσα χρόνια στην εταιρία του πατέρα σου;» Τον ρώτησε έκπληκτη.
«Όσο περίεργο και αν ακούγεται ναι... από τότε που πέθανε ο πατέρας μου ασχολήθηκα μόνο με τις επιχειρήσεις του»
«Μόνο; Έλα τώρα... ήσουν και είσαι νέος.., δεν ερωτεύτηκες ποτε;»
«Ποτέ» απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια.
«Δηλαδή τι είσαι; Ο άντρας με την πέτρινη καρδιά που δεν αφήνει καμία γυναίκα να την αγγίξει;»
«Εσυ; Έχεις ερωτευτεί ποτε;» Την ρώτησε αποφεύγοντας να απαντήσει στην ερώτηση της.
«Ναι... μια φορά» απάντησε ειλικρινά χωρις να κρύβεται.
«Και; Πως ήταν;»
«Ωραία... γλυκα... πρωτόγνωρα... αλλά δύσκολα και με πόνο»
«Βλέπεις; Ο έρωτας δείχνει τις αδυναμίες σου... και στις δουλειές σου δεν πρέπει να έχεις αδυναμίες γιατί οι άλλοι το εκμεταλλεύονται αυτό»
«Θες να μου πεις ότι δεν ερωτεύτηκες ποτε λόγω της δουλειάς σου; Για να μην δείχνεις αδύναμος;»
«Όχι... ο έρωτας είναι μια ανάγκη που όλοι έχουν... σε εμένα απλά δεν έτυχε»
«Πρέπει όντως να έχεις πέτρινη καρδιά.... και νομίζω ότι θα είναι μια και μοναδική η γυναίκα που θα καταφέρει να αγγίξει την καρδιά σου»
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει. Είχαν φτάσει στον προορισμό τους και αυτό τον ανακούφισε. Κατά βάθος δεν ήθελε να απαντήσει. Όποτε τις άφησε ένα αναπάντητο ερώτημα.
«Φτάσαμε» είπε και άπλωσε το χέρι του για να την βοηθήσει να σηκωθεί ενώ εκείνη δέχτηκε με χαρά την βοήθεια του.
«Τι είναι εδώ;» Τον ρώτησε μαγεμένη από την ομορφιά του μέρους.
«Εδώ είναι το σπίτι που αγόρασε ο πατέρας μου όταν παντρεύτηκε την μητέρα μου της το έκανε δώρο... όμως έχω να έρθω από τότε που πέθανε ο πατέρας μου» της απάντησε και την βοήθησε να κατέβει από το σκάφος.
«Ευχαριστώ Γιώργο... θα σε ειδοποιήσω να έρθεις να μας πάρεις» είπε στον ηλικιωμένο άντρα που οδηγούσε το σκάφος και προχωρησαμε στην ευθεία της ξύλινης προβλήτας.
«Είναι πολύ όμορφα εδώ... δίπλα στην θάλασσα» είπε και κοιτούσε συνέχεια γύρω της.
«Η μητέρα μου λάτρευε την θάλασσα όπως εσυ... για αυτό και το δώρο της είχε να κάνει με την θάλασσα»
«Δεν είναι κλειστο όμως το σπίτι... είπες ότι έχεις να έρθεις χρόνια» είπε η κοπέλα παρατηρώντας τα παράθυρα που ήταν ανοιχτά.
«Εγώ έχω να έρθω χρόνια... αλλά στο σπίτι ζει πάντα ένα ζευγάρι οι οποίο πληρώνονται για να μένουν εδώ και να το προσέχουν... πάμε μέσα να σου τους γνωρίσω» της είπε και η κοπέλα τον ακολούθησε.
Καθώς πήγαιναν προς την είσοδο του σπιτιού η Αλεξάνδρα είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να ποτίζει τα λουλούδια.
«Ειρήνη» είπε ο Ορέστης και όταν η γυναίκα τον αντίκρισε μόνο που δεν έπεσε στην αγκαλιά του από την χαρά της.
«Εντάξει Ειρήνη φτάνει» της είπε σοβαρά αλλά καθόλου αυστηρά.
«Ορέστη μου... από παιδί έχω να σε δω εδώ»
«Είχα καλή παρέα αλλιώς δεν θα ερχόμουν» είπε και τα μάτια της Ειρήνης έπεσαν με θαυμασμό πάνω στην Αλεξάνδρα.
«Ποια είναι η κοπέλα; Η γυναίκα σου;» Ρώτησε ενθουσιασμένη.
«Όχι... όχι... είμαι απλώς μια φίλη» βιάστηκε να διορθώσει η Αλεξάνδρα.
Τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας έδειξαν απογοήτευση μετά από αυτό αλλά η Αλεξάνδρα δεν έδωσε και πολύ σημασία.
«Έλα πάμε μέσα... θα χαρεί πολύ ο Στέλιος που θα σε δει» του είπε η γυναίκα και την ακολούθησαν μέσα στο σπίτι.
«Στέλιο... έλα να δεις ποιος ήρθε» φώναζε η Ειρήνη όταν μπήκαν στο σπίτι.
Ένας αδύνατος εξίσου ηλικιωμένος άντρας έκανε την εμφάνιση του και πλησίασε τον Ορέστη. Τους άφησε να την αγκαλιάσουν και να τον φιλήσουν.
Μάλλον ο Ορέστης Αποστόλου ήθελε να δείχνει σκληρός αλλά δεν ήταν.
«Εμείς θα κατέβουμε στην παραλία... θα μας μαγειρέψεις κάτι Ειρήνη έτσι;»
«Ναι παιδί μου κάντε την βόλτα σας και όταν έρθετε θα είναι όλα έτοιμα» απάντησε εκείνη με με συνόδευσε μέχρι την παραλία.
«Αυτή είναι η δίκη σου αδυναμία λοιπόν;» Τον ρώτησε χωρις κανέναν δισταγμό.
Δεν ήταν σε καμία περίπτωση ένα από όλα τα άτομα που αποκαλούσαν τον Ορέστη φόβο και τρόμο και δεν τολμούσε κανεις να του κάνει προσωπικές ερωτήσεις.
«Ορίστε;» Ρώτησε εκείνος και γύρισε και την κοίταξε με απορία.
«Λέω ότι όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι και εσυ θα έχεις κάποια αδυναμία... ο κύριος Στέλιος και η κυρία Ειρήνη;»
«Κοιτα η Ειρήνη με μεγάλωσε όταν πέθανε η μάνα μου... ήταν πάντα κοντά μου όταν την χρειαζόμουν» της απάντησε.
«Δεν είσαι τόσο σκληρός όσο θέλεις να δείχνεις»
«Δεν με ξέρεις καλά»
«Εγώ λέω αυτό που βλέπω»
Για λίγο δεν μίλησε κανεις. Ο Ορέστης κοιτούσε τα μάτια της.
«Κανεις μπάνιο;» Την ρώτησε τελικά όταν επανήλθε.
«Τι εννοείς;» Παραξενεύτηκε εκείνη.
«Τολμάς;» Είπε και τις έδειξε την θάλασσα.
«Είσαι με τα καλά σου; Απρίλιο μήνα και θα μπούμε στην θάλασσα;» Τον ρώτησε και ένιωσε να ανατριχιάζει σκεπτόμενη μόνο το κρύο.
«Φοβάσαι;»
«Κρυώνω... και δεν έχω μαγιό» είπε προσπαθώντας να το αποφύγει.
«Αυτό λύνεται εύκολα» είπε και άρχισε να απομακρύνεται.
«Που πας;» Του φώναξε εκείνη.
«Περίμενε εδώ» απάντησε και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο πηγαίνοντας προς το σπίτι.
Εμφανίστηκε λίγο μετά φορώντας μαγιό και κρατούσε και ένα γυναικείο στα χέρια του. Είχε ωραίο σωματότυπο Όχι πολύ αδύνατο και ούτε πολύ γυμνασμένο. Ήταν το ιδανικό για να τον χαρακτηρίζει ολοκληρωτικά έναν πολύ γοητευτικό άντρα που δεν θα εμενε σε καμία περίπτωση απαρατήρητος από καμία γυναίκα.
«Σχεδιασμένο το είχες όλο αυτό» τον ρώτησε θέλοντας να δείχνει θυμωμένη αλλά το μόνο που ήθελε ήταν να γελάσει.
«Όχι... το μαγιό ήταν της μητέρας μου... νομίζω θα σου κάνει... μπορείς να πας εκεί πίσω να αλλάξεις» μου είπε και έδειξε ένα σημείο πίσω από κάτι πέτρες.
«Θα μου το πληρώσεις αυτό» του είπα ηττημένη.
«Με μεγάλη μου χαρά θα περιμένω την ανταπόδοση σου» της είπε και εκείνη απομακρύνθηκε για να αλλάξει και λίγο αργότερα επέστρεψε κοντά του.
«Θέλω τον χρόνο μου εντάξει;» Του είπε και εκείνος γέλασε καθώς έμπαινε στην θάλασσα.
«Περιμένω» της είπε ενώ εκείνος ήταν ήδη μέσα.
Μα καλά δεν κρυώνει;
«Μην τολμήσεις» του είπε όταν τον είδε να προσπαθεί να την βρέξει.
«Μια απόφαση είναι» είπε εκείνος και την πλησίαζε ενώ εκείνη πήγαινε όλο και πιο έξω.
«Κάνε πίσω» του έλεγε απειλητικά.
«Λυπάμαι που πρέπει να γίνει έτσι» της είπε και έφτασε γρήγορα κοντά της παίρνοντας την στην αγκαλιά του και την πέταξε μέσα στο νερό.
«Σε μισώ» του φώναξε ενώ έτρεμε ολόκληρη.
«Δεν το εννοείς αυτό» της είπε και της πέταξε λίγο νερό.
«Στο ορκίζομαι ότι θα μου το πληρώσεις αυτό»
«Και εγώ σου είπα ότι θα περιμένω» της είπε χαμογελώντας.
Του άρεσε αυτή η γυναίκα. Τόσο γλυκιά τόσο καλή τόσο όμορφη. Τον άγγιζε... τον άγγιζε όπως δεν τον είχε αγγίξει ποτε καμία... ούτε καν η Μαρίνα που πριν δυο εβδομάδες η σχέση τους είχε λήξει έτσι. Για αυτή την γυναίκα όμως ήταν διατεθειμένος να δώσει τα πάντα ακόμα και την ψυχή του για να πάρει την λύπη από τα μάτια της και να την δει ευτυχισμένη. Προφανώς και είχε ψάξει για εκείνη. Είχε μάθει πως για δυο χρόνια είχε μια σχέση με κάποιον και τον τρόπο που εκείνος την είχε πληγώσει. Έβλεπε την θλίψη στα μάτια της. Και τι δεν θα έδινε για να εξαφανιστεί αυτή η θλίψη.
Τον κόσμο ολόκληρο θα της χάριζε για να είναι ευτυχισμένη. Όμως έπρεπε και εκείνη να νιώσει κάτι για εκείνον. Δεν αγαπάς κάποιον με το ζόρι ούτε και εκείνος μπορούσε να την αναγκάσει να τον αγαπήσει.
«Πάμε έξω; Έχω αρχίσει να κρυώνω» του είπε παρακλητικά και εκείνος συμφώνησε.
Βγήκαν έξω και εκείνος σκέπασε πρώτα εκείνη με μια πετσέτα και μετά τον ευατο του.
«Έλα πάμε μέσα να κανεις ένα ζεστό μπάνιο μην κρυώσεις κιόλας» την πείραξε γελώντας και γέλασε και εκείνη.
Αφού έκαναν το μπάνιο τους στην κουζίνα τους περίμενε η Ειρήνη με τον Στέλιο και ένα φαγητό που η μυρωδιά του έφτανε σε όλο το σπίτι.
«Η Ειρήνη είναι καταπληκτική μαγείρισσα» σχολίασε ο Ορέστης όταν καθίσαμε στο τραπέζι και η Ειρήνη του χαμογέλασε με αγάπη.
«Αστα κορίτσι μου θα τα μαζέψω εγώ» της είπε όταν η Αλεξάνδρα πήγε να βοηθήσει την Ειρήνη να μαζέψει το τραπέζι.
«Όχι δεν είναι σωστό» είπε και τελικά την βοήθησε χωρις η Ειρήνη να φέρει καμία άλλη αντίρρηση.
«Είναι χρυσο κορίτσι αγόρι μου... ποτε μου δεν έχω δει αλλη κοπέλα σαν αυτή»του είπε ο Στέλιος όταν οι γυναίκες δεν άκουγαν.
Ο Ορέστης δεν είπε τίποτα και απλά την κοιτούσε χωρις η Αλεξάνδρα να καταλάβει ότι τόση ώρα δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της.
Περνούσε καλά μαζί του και εκείνη. Ξεχνούσε. Μπορεί ακόμα στο μυαλό της να υπήρχε ο Μάρκος μα όταν ήταν με τον Ορέστη τον άφηνε στην άκρη του μυαλού της και ζούσε λίγες στιγμές χαράς. Ξεχνούσε τον πόνο και την λύπη.
Αφού τελείωσαν με το μάζεμα ο Ορέστης την πήρε και περπάτησαν στην παραλία.
«Είναι ήσυχα εδώ... ηρεμείς» του είπε καθώς περπατούσαν σπάζοντας την σιωπή που τους είχε καταβάλει.
«Μπορούμε να ξανά έρθουμε όποτε θες» της είπε εκείνος και την κοίταξε ξανά στα μάτια και τότε και τα δικα της συνάντησαν τα δικα του μαύρα μάτια.
Και μετά ήρθε και το φιλί. Το πρώτο τους φιλί που έγινε τόσο βιαστικά και γρήγορα.
«Εεμ... συγγνώμη δεν....» ξεκίνησε να λέει η Αλεξάνδρα αλλά δεν συνέχισε την πρόταση της.
«Ναι... δεν» είπε και ο Ορέστης αλλά στην πραγματικότητα δεν ήθελε να πει κάτι γιατί το ήθελε.
Αλλά μάλλον εκείνη όχι.
«Μήπως θέλεις να φύγουμε; Έχει αρχίσει να νυχτώνει» είπε ο Ορέστης για να την βγάλει από την αμήχανη στιγμή.
«Ναι... καλύτερα... θα με περιμένουν και οι δικοί μου» είπε και ο Ορέστης τηλεφώνησε στον ηλικιωμένο άντρα που μας είχε φέρει εδώ το πρωί.
Έπρεπε να περιμένουν για λίγη ώρα σιωπηλοί μέχρι να έρθει το σκάφος. Κανεις δεν μιλούσε... δεν κοιτούσαν καν ο ένας τον άλλον.
Όταν το σκάφος έφτασε στην ξύλινη προβλήτα αποχαιρέτησαν τον Στέλιο και την Ειρήνη και πήραν τον δρόμο της επιστροφής ο οποίος ήταν σιωπηλός και το μόνο που ακουγοταν ήταν η μηχανή του σκάφους και η θάλασσα. Ο Ορέστης την κοιτούσε στην διαδρομή να χαζεύει σιωπηλή την θάλασσα ενώ εκείνη δεν έριξε ούτε βλέμμα στον Ορέστη δίπλα της. Ο Χρήστος ο οδηγός του Ορέστη τους περίμενε στο λιμάνι όταν έφτασαν. Και στο αυτοκίνητο ήταν σιωπηλοί.
«Ευχαριστώ για το σημερινό... πέρασα πολύ ωραία» του είπε μετά από ώρα σιωπής όταν είχαν φτάσει πια στο σπίτι της.
«Και εγώ πέρασα πολύ ωραία... να το επαναλάβουμε... διαφορετικά όμως»
«Ναι θα ήταν καλή ιδέα... καληνύχτα» του δειλά και μπήκε στο σπίτι από την πύλη που ο φρουρός είχε ανοίξει πριν από λίγο.
Ο Ορέστης περίμενε πρώτα να την δει να μπαίνει στο σπίτι και μετά έκανε νόημα στον Χρήστο να ξεκινήσει.
Η Αλεξάνδρα δεν έδωσε καμία σημαία στους γονείς της που ήταν στο σαλόνι και περίμεναν να ακούσουν για το πως είχε περάσει. Αντιθέτως εκείνη τους είπε μια σιγανα μια τυπική καληνύχτα και κλείστηκε στο δωμάτιο της όπως έκανε πολύ συχνά τώρα τελευταία.
