~Κεφάλαιο 19~

3.7K 169 6
                                        

Ακούγονται πυροβολισμοί και νιώθω πως το αίμα μου έχει σταματήσει να ρέει . Έξω από την πόρτα μου ακούω να σπάνε γυαλιά και πηγαίνω στον καναπέ και κάθομαι ,τρέμω ολόκληρη . Δάκρυα τρέχουν στο πρόσωπο μου και κλεινω με την παλάμη μου το στόμα μου για να μην ακούγομαι . Ξαφνικά κάποιος χτυπάει την πόρτα και πετάγομαι όρθια χωρίς να μιλάω .
-Κρίσταλ ο Λουκά είμαι άνοιξε ! Λέει ο Λουκά και βιαστικά ξεκλείδωνω την σιδερένια πόρτα την σηκώνω άτσαλα και ο Λουκά ανοίγει την πόρτα .
-Που είναι ;! Ρωτάω χωρίς να χάνω χρόνο καθώς το μόνο που σκέφτομαι είναι ο Ντομινίκ . Το βλέμμα μου πέφτει στο χέρι του Λουκά . Κρατάει ένα όπλο . Παγώνω και ο Λουκά βάζει το όπλο του πίσω από το παντελόνι του .
-Καλά είναι . Απαντάει και κουνάω το κεφάλι μου για να διώξω τις σκέψεις μου που με καθυστερούν . Προχωράμε προς την τραπεζαρία και πατάω συνεχώς σε σπασμένα γυαλιά . Το σπίτι είναι ρημαδιό . Τα περισσότερα έπιπλα είναι ριγμένα κάτω ,κάποια σπασμένα . Βλέπω ένα άντρα να είναι πεσμένος στο πάτωμα με μια λίμνη αίματος γύρω από την μέση του . Κοιτάζω το πρόσωπο του και ανακουφίζομαι που δεν είναι ο Ντομινίκ αλλά δεν μπορώ να μην λυγίσω . Δάκρυα τρέχουν στο πρόσωπο μου ασταμάτητα και ο Λουκά με πιάνει από τον αγκώνα για να με απομακρύνει από αυτή την φρικτή εικόνα . Φτάνουμε στην τραπεζαρία και βλέπω άντρες να κάθονται με σακουλάκια πάγου να ακουμπούν το πρόσωπο τους , η τα χέρια τους . Ο Ντομινίκ στέκεται  ανάμεσα από δυο . Τον σκανάρω από πάνω μέχρι κάτω . Και όταν φτάνω στο πρόσωπο του γουρλωνω τα μάτια μου . Αίμα τρέχει από τα χείλη και το φρύδι του . Και είναι πολύ . Δεν έχει σκουπίστει καν ακόμα . Φρόντισε πρώτα τους άντρες του και αφήνει τον εαυτό του τελευταίο . Σηκώνει το κεφάλι του και το βλέμμα μας συναντιέται . Οι ώμοι του χαλαρώνουν και με πλησιάζει . Με τραβάει από την μέση και τυλίγει τα χέρια του γύρω μου . Το άρωμα του με σκοτώνει είναι το δηλητήριο μου αλλά και η λύτρωση μου . Χώνω το κεφάλι μου στον λαιμό του . Και ανακουφιζομαι είναι καλά ,είναι εδώ ,είμαστε μαζί .
-Είσαι καλά ;! Μουρμουρίζει και εγώ κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά .
-Εσυ ; Ρωτάω και απομακρύνομαι για να τον κοιτάζω .
-Εάν εξαιρέσεις αυτά . Λέει και δείχνει τα τραύματα του .  Ναι καλά είμαι ....
-Θα φύγουμε από εδώ , πήγαινε ετοίμασε τα πράγματα σου .
-Τι ;γιατί ;
-Ετοιμασία τώρα ,εξηγήσεις μετά . Λέει και ξεφυσαω . Αλλά πηγαίνω επάνω . Καθώς ανεβαίνω επάνω μια φωνή που με φωνάζει με κάνει να σταματήσω .
-Κρίσταλ ! Γυρνάω και βουρκώνω .
-Στέλλα !! Λέω και την αγκαλιάζω σφιχτα .
-Είναι βλάκες . Λέει η Στέλλα και γελάω λιγάκι ένα πονεμένο γέλιο . Ένα γέλιο που κρύβει φόβο και ανησυχία .
-Είναι ! αυτό θα τους πληγώσει πολύ χειρότερα μια μέρα ... λέω και ανεβαίνουμε μαζί επάνω .
-Εσυ με τον Λουκά τι θα κάνετε ; Ρωτάω καθώς βάζω τη τελευταία μπλούζα μου στο στο σακίδιο μου . Κλεινω το φερμουάρ και κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού δίπλα της .
-Θα έρθουμε μαζί σας . Θα μείνουμε όλοι μαζί για λίγο καιρό μέχρι να πιάσουνε τον Φελίππε τα αγόρια . 
-Καταλαβαίνω...
- Κοιτά  Κρίσταλ γνωρίζω πως όλα αυτά σου είναι δύσκολα . Τα όπλα , οι νεκροί , η μαφία γενικά . Αλλά και για τα αγόρια είναι δύσκολο . Όταν οι γονείς σου είναι μπλεγμένο σε αυτό δεν έχεις επιλογή από το να βαδίσεις και εσυ στα ίδια χνάρια . Γνέφω καταφατικά γιατί πραγματικά δεν έχω την δύναμη να κάνω τίποτε άλλο . Είμαι εξαντλημένη σωματικά αλλά και ψυχολογικά είμαι ένας ράκος . Ο Ντομινίκ μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπω πως οι πληγές του έχουν φροντιστεί .
-Στέλλα μας δίνεις ένα λεπτό ; Λέει και η Στέλλα μου σφίγγει το χέρι παρηγορητικά και φεύγει .
-Ποτέ φεύγουμε ; Ρωτάω και σηκώνομαι όρθια .
-Σήμερα , τώρα . Λέει και ξεφυσαει. Δεν είναι καλά . Φοβάται ,και δεν φοβάται για αυτόν αλλά για τους άλλους .
-Ντομινίκ ...ηρέμησε είμαι καλά . Είμαστε καλά . Λέω και τον αγκαλιάζω . Χαϊδεύω τον λαιμό του και εκεινος χώνει την μύτη του στα μαλλιά μου και πέρνει μια βαθιά ανάσα .
-Πάμε . Λέει και πέρνει το σακίδιο μου από το κρεβάτι . Κατεβαίνουμε κάτω και με ένα νεύμα χαιρετάει τους υπόλοιπους . Η Στέλλα και ο Λουκά είναι άφαντοι . Κοιτάζω γύρω για να τους διακρίνω αλλά τίποτα . Τότε καταλαβαίνω πως έχουν φύγει .
-Έφυγαν μας περιμένουν στο σπίτι .
-Εντάξει ... Λέω . Πλησιάζουμε την πόρτα και ο Νίκ την  ανοίγει . Ένας αντρας που κρατεί ένα μπαστούνι με ασημένιο κεφάλι ένα φίδι συνειδητοποιώ . Φοράει ένα γκρι κοστούμι και είναι μεγάλης ηλικίας . Σίγουρα είναι εξήντα ετών .
-Γιε μου . Λέει και χαμογελάει υποτιμητικά στον Ντομινίκ . Ούτε καν δεν με έχει κοιτάξει .
-Πατέρα . Απαντάει η Νίκ και όλο του το σώμα σφίγγεται και όλος ο κόσμος μου καταρρέει . Τι δουλειά έχει αυτός εδώ ;!

𝓑𝓵𝓪𝓬𝓴 𝓵𝓲𝓴𝓮 𝓱𝓲𝓼 𝓭𝓪𝓻𝓴𝓷𝓮𝓼𝓼Donde viven las historias. Descúbrelo ahora