~Κεφάλαιο 22~

3.4K 167 1
                                        

Ντομινίκ
Χαιρετάω την Κρίσταλ στην είσοδο και δεν μπορώ να αγνοήσω τα βουρκωμένα μάτια της . Το βλέμμα της που με καρφώνει σαν να μπορεί μόνο με τα μάτια της μπορεί να με κάνει να μείνω . Μπορεί ,αλλά δεν έχω επιλογή πρέπει να συναντηθώ με αυτόν τον αχρείο . Ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλο της .
-Μην κλαις ,για εμένα . Λέω και σηκώνει απότομα το βλέμμα της με νεύρα .
-Σταματά ! Μου φωνάζει και η ανάσα μου σκαλώνει .
-Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί ... είσαι θαυμάσιος άνθρωπος σταματά! αξίζεις τα δάκρυα μου , τα αξίζεις όλα .
-Κρίσταλ ...λέω ξέπνοα και την τραβάω στην αγκαλιά μου. Έχει περάσει μισή ώρα και παρκάρω στην αυλή της έπαυλης . Κατεβαίνω μαγκωμένος και ο Λουκά με κοιτάει .
-Όλα θα πάνε καλά φίλε. Με παρηγόρησε και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο . Δεν απάντησα απλά έκανα ένα νεύμα μα το κεφάλι μου . Όταν φτάσαμε στην πόρτα εκείνη άνοιξε πρώτου χτυπήσω και μας υποδέχθηκε ένας υπάλληλος του πατέρα μου .
-Senior . Είπε και αμέσως έβαλα σε δράση το προσωπείο μου . Εκείνο που όλοι με γνωρίζουν ως τον δολοφόνο εκείνο που δεν συλλογίζεται λάθη και δεν συγχωρεί ,ένα άκαρδο πλάσμα . Έτσι ακριβώς όπως ο πατέρας μου ήθελε να είμαι . Ο Λουκά με ακολουθεί σιωπηλός αν και αισθάνομαι το άγχος του και το μίσος που έχει για εκείνον .
-Γιε μου ,καλώς ήρθες ... Μας υποδέχεται εκείνος καθιστός στο σαλόνι μου . Στο σπίτι μου . Ακόμα και αν αυτό δεν είναι το σπίτι που θεωρώ πραγματικά σπίτι μου εγώ ζήσει τόσα πολλά εδώ . Με τον Λουκά την Στέλλα την Κρίσταλ, σιχαίνομαι που τον βλέπω να κάθεται εκεί όπου εγώ και η Κρίσταλ μιλούσαμε με τις ώρες . Περνώ μια κόφτη ανάσα και αδειάζω το μυαλό μου .
-Πατέρα . Απαντώ και κάθομαι χαλαρός απέναντι του ο Λουκά στέκεται όρθιος πίσω μου . Όπως θα έπρεπε . Δεν είναι κάτι που τον αφορά είναι ανάμεσα σε εμένα και τον πατέρα μου .
-Όμορφη κοπέλα έχεις . Έχεις λέει και πίνει μια η γουλιά από το μπέρμπον του . Το αίμα μου παγώνει αλλά συγκρατώ τα νεύρα μου .
-Δεν ήρθα να μιλήσω για αυτό . Ήρθα να μάθω σε τι οφειλής αυτήν απρόσμενη επίσκεψη . Λέω και δείχνω όλους τους άντρες του στο δωμάτιο με το χέρι μου .
-Ήρθα γιατί με χρειάζεσαι . Είπε κάπως ειρωνικά .
-Εάν ήρθες για αυτό μπορείς ελεύθερα να φύγεις . Είπα απειλητικά και άντρες του έκαναν ένα βήμα . Με κάρφωσε με τα κάστανα μάτια του .
-Μην είσαι αφελείς ! Ο Φελίππε σχεδόν σε έπιασε . Δεν θα τον αφήσω να σε σκοτώσει ! Γελάω και με κοιτάζει με νεύρα .
-Σοβαρά θέλεις να πιστέψω πως νοιάζεσαι για έμενα ;! Μετά από όλα όσα έκανες ;! Σηκώνομαι εξαγριωμένος και περνάω το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου .
-Γιε μου έχω μετανιώσει , στο έχω ξαναπεί ...Λέει και πέρνει ένα μετανιωμένος βλέμμα .
-Ε , λοιπόν δεν με νοιάζει .! Φύγε πατέρα . Έτσι ίσως μια μέρα να σε συγχωρήσω .
Λέω και ο Λουκά με κοιτάζει σαν να μου λέει να ηρεμήσω .
-Εντάξει θα φύγω ...αλλά εάν μια μέρα με χρειαστείς να ξέρεις πως θα είμαι εδώ για εσένα . Είπε και με κοίταξε τότε το είδα την μετάνοια στο βλέμμα του την ειλικρίνεια . Θα έμε ένοιαζε ,μπορεί να τον συγχωρούσα εάν το μίσος μου για εκείνον δεν ήταν τόσο μεγάλο . Μάζεψε την ομάδα του και έφυγε χωρίς να πει άλλη κουβέντα . Έπεσα βαρύς στον καναπέ και ο Λουκά κάθισα δίπλα μου .
-Λοιπόν καλά πήγε αυτό . Είπε και γέλασε λιγάκι . Αλλά η διάθεση μου για χιούμορ είχε εξαφανιστεί από την ώρα που πάτησα το πόδι μου εδώ .
-Πάμε πίσω . Ήταν το μόνο που είπα και ξεκινήσαμε για το σπίτι . Πίσω σε εκείνη . Μόνο αυτό με έκανε να ηρεμήσω . Μόνο στην σκέψη για το όνομα της με κάνει να έχω ελπίδα . Φτάνουμε στο διαμέρισμα και η Κρίσταλ ανοίγει την πόρτα . Χαμογελάω χωρίς καλά καλά να το καταλάβω .
-Σου έλειψα ; Ρωτάω και εκείνη ορμάει πάνω μου και με αγκαλιάζει . Ναι , την αγαπώ όσο τίποτε άλλο . Αυτή και ότι συνοδεύεται από αυτό .

𝓑𝓵𝓪𝓬𝓴 𝓵𝓲𝓴𝓮 𝓱𝓲𝓼 𝓭𝓪𝓻𝓴𝓷𝓮𝓼𝓼Where stories live. Discover now