Κεφάλαιο 3ο

1.4K 24 0
                                        

Ήταν φωτογραφίες της μητέρας μου. Δεν τις είχα ξανά δει ποτέ. Τις έβλεπα για πρώτη φορά. Στις περισσότερες απεικονιζόταν μαζί με τον πατέρα μου, όχι όμως εν γνώσει τους. Σαν να τους παρακολουθούσε κάποιος από μακριά και να τους τραβούσε στα κρυφά. Σε άλλες φαινόταν υπερβολική απόσταση μεταξύ του καμεραμάν και των γονιών μου.

Ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο. Πέταξα τις φωτογραφίες και πάλι μέσα στο μπαούλο και το έσπρωξα με δύναμη κάτω από το κρεβάτι. Ίσως ήταν και η ιδέα μου. Περίμενα πως κάποιος θα έμπαινε στο δωμάτιο μου μα δεν μπήκε κανείς. Αργότερα άκουσα ομιλίες και κατάλαβα πως ήταν ο Γιάννης. Αποθεωμένη από το ταξίδι και την ένταση της ημέρας έπεσα να κοιμηθώ.

«Καλημέρα!» Είπε ο πατέρας μπουκάρωντας μέσα στο δωμάτιο στις 10:00.
«Καλημέρα!» Απάντησα εγώ μισοκοιμησμενη.
«Εγώ η Αθηνά και ο Γιάννης θα φύγουμε. Αλλά μη στεναχωριέσαι. Θα μείνει πίσω ο Γιώργος.»
«Εντάξει μπαμπά.»

...

Άνοιξα το ψυγείο να δω τι έχει για πρωινό. Στο τέλος έβγαλα κάτι κατεψυγμένα κρουασανάκια  από τον καταψύκτη και τα έβαλα στον φούρνο. Ήταν τόσο γαμάτα... με την μερέντα τους.

«Καλημέρα.» Μου είπε ο Γιώργος μπαίνοντας στην κουζίνα. Είχε ηρεμήσει από χθες.
«Καλημέρα.»
«Οι υπόλοιποι που είναι; Μόνοι μας είμαστε;»
«Ναι. Ο μπαμπάς μου είπε ότι θα πάνε κάπου. Αλλά όχι που.»
«Τι μυρίζει έτσι;» Άρπαξε ένα κρουασάν από το πιάτο. «Φέρε μου το μαχαίρι.»
Τα χέρια μου κοκάλωσαν. Ήταν η πρώτη φορά που άγγιζα τα χέρια του αδερφού μου. Τι τρυφερό άγγιγμα.

Κοιτούσα την κάθε του κίνηση λες και έκανε κάτι μαγικό. Άλειφε απαλά την μερέντα μέσα στο κρουασάν. Το έκανα με τόση τέχνη. Αντί να το βάλει όμως στο δικό του στόμα, το έβαλε στο δικό μου.

«Φάε!» Είπε και μου τράβηξε το μισό με αποτέλεσμα η τόση Nutella να στάξει στο τραπέζι. «Το πρώτο μας πρωινό. Ας είναι πολύ κοινό...»

Έτσι όπως δάγκωνε το κρουασάν κοιτώντας το πλούσιο μπούστο μου, ήταν σαν να δάγκωνε εμένα!

«Που πας;» Με ρώτησε όταν με είδε να σηκώνομαι από την καρέκλα.
«Στο σαλόνι να δω λίγη τηλεόραση.» Απάντησα.
«Ωραία περίμενε έρχομαι και εγώ.» Είπε και σηκώθηκε όρθιος.
«Όχι ρε δεν έφαγες τίποτα κάτσε.»
«Δεν πειράζει ρε. Έτσι κι αλλιώς με το πρωινό δεν έχω τόσο καλή σχέση.»

...

«Με τον Γιώργο μίλησες να δεις τι κάνει;» Είπε η Αθηνά στον πατέρα μου ενώ εκείνος οδηγούσε.
«Ναι. Είπε ότι έβλεπαν ταινία μαζί με την Δέσποινα.» Απάντησε εκείνος.
«Καλή κοπέλα.» Είπε ο Γιάννης ακούγοντας τη συζήτηση.
«Ε; Καλή δεν είναι; Έκανα και ένα παιδί που να μοιάζει στον πατέρα του.» Είπε ο πατέρας μου με καμάρι.
«Ναι! Ειδικά αν πάρει την γαϊδουριά σου δεν το βλέπω το «καλή» για πολύ ακόμα.» Γέλασε ειρωνικά η Αθηνά.
«Μέγαιρα. Να και την κόρη σου σαν τα μούτρα σου την έκανες. Είδες πως φέρονται τα κορίτσια. Όχι σαν την δικιά μας που νομίζει δεν ξέρω και εγώ ποια είναι.»
«Α! Να μου κάνεις τη χάρη. Την κόρη μας εσύ την κακόμαθες. Κι όχι νομίζει ποια είναι! Θα μπορούσε να είναι! Ολόκληρη βιομηχανία
παγωτού έχουμε. Άσχετα που εσύ θες να είμαστε σαν τη τελευταία τρύπα του ζουρνά.»
«Αθηνά! Οποίος ανεβαίνει πολύ ψηλά, πέφτει απότομα! Και εγώ θέλω την συνείδηση μου καθαρή και το κεφάλι μου ήσυχο. Αυτό συμφέρει σε όλους μας άλλωστε. Σάμπως και πριν το αναλάβω μας έλειψε τόσο καιρό τίποτα;»
«Μωρέ αυτούς που συμφέρει περισσότερο είναι οι υπάλληλοι σου. Τρίβουν τα χέρια τους κάθε φορά που είναι η ώρα της πληρωμής. Γι'αυτό τα βιογραφικά δεν τελειώνουν στο γραφείο σου. Είναι πολλοί εκεί έξω που πληρώνουν τόσα λεφτά τους εργάτες για τόσες λίγες ώρες; Άλλοι ρίχνουν τα λέσια τους για 20€ και εσύ τα δίνεις έτσι απλόχερα!»
«Σταμάτα Αθηνά!» Είπε ο πατέρας μου νευριασμένος σηκώνοντας το χέρι του από το τιμόνι.
«Όχι σταμάτα Αθηνά! Θα τα ακούσεις! Δεν μπορείς να κάνεις ότι θες εκεί μέσα! Αύριο θα έρθουν και τα παιδιά μας να δουλέψουν.» Φώναζε πιο δυνατά.
«Ποια παιδιά μας μωρέ θα έρθουν;» Πέταξε τα χέρια του από το τιμόνι.
«Ο Γιώργος που πάει από το κακό στο χειρότερο και κοντεύει να μείνει πάλι στην ίδια τάξη από απουσίες; Η Έλενα που με το ζόρι βγάζει ένα 17 μέσο όρο και πάλι λέει ότι θέλει να ανοίξει το δικό της Ινστιτούτο; Ο μοναδικός που μπορεί να έρθει πραγματικά, είναι αυτός εδώ!» Έδειξε τον Γιάννη. «Και η κόρη μου φυσικά που θέλει να ασχοληθεί με την διοίκηση επιχειρήσεων και βγάζει καλούς βαθμούς.»
«Α ωραία! Κι επειδή έχουμε έναν γιο αδιάφορο και μια κόρη ανώριμη που νομίζει ότι αυτά είναι σοβαρές δουλειές θα τους αφήσουμε στον δρόμο;» Συνέχειζε εκείνη.
«Ποιον δρόμο μωρέ; Λες και δεν ξέρουμε τώρα και οι δυο τι δουλειά θέλει να κάνει πραγματικά ο Γιώργος άντε μην αρχίσω!» Τα μούτρα του είχαν κοκκινίσει από θυμό.
«Και γι' αυτό πάλι εγώ φταίω;» Έλεγε εκείνη ενοχλημένη.
«Ποιος φταίει μωρέ; Εσύ δεν τον έκανες έτσι;» Χτύπησε το χέρι του στο τιμόνι με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο.
«Πατερααααα!!!» Φώναξε ο Γιάννης μόλις είδε το κόκκινο να ανάβει.

ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑWhere stories live. Discover now