«Ωραία είναι εδώ.»
«Έχω καιρό να έρθω.»
«Γιατί;»
«Οι αναμνήσεις μου δεν είναι και οι καλύτερες.»
«Συχνάζατε με την Ελεάνα Ε;»
«Αυτό.»
«Ακόμα σε πονάει αυτή η ιστορία;» Είπα γεμάτη ζήλια.
«Δεν με πονάει Δέσποινα. Την έχω γραμμένη στα αρχίδια μου. Με τσατίζει. Αν δεν ήταν κοπέλα θα την είχα σαπίσει μιλάμε. Εγώ να της φερθώ τόσα καλά κι εκείνη να μου ξηγηθεί έτσι;»
«Ναι, ξέρω.»
«Τέλος πάντων δεν θα μιλάμε για την Ελεάνα. Πες μου τι θες να κάνουμε μετά;» Με ρώτησε βάζοντας το τσιγάρο του στο στόμα μου.
«Πάμε πίσω στο σπίτι. Μη κοιτάς που συμφώνησα να βγούμε. Δεν μπορώ να κρέμομαι από πάνω σου σαν καμία γριούλα, δεν νιώθω ωραία.» Είπα πιάνοντας το χέρι του.
Κάθισε κοντά μου περνώντας το χέρι του γύρω από την μέση μου. Έριξα το κεφάλι μου στον ώμο του. Τι ωραία αίσθηση. Οι ανάσες μας μπλέχτηκαν σε ένα παθιασμένο φιλί αδιαφορώντας για όλα. Για κανόνες, θρησκείες, ηθικές, τα πάντα!
Μια λιγερή τύπισα κάθισε απέναντι μας σε ένα τραπέζι. Όταν γύρισε τελείως αφηρημένα το κεφάλι της για να μας δει έγινε κατακόκκινη. «Ο Γιώργος είναι αυτός;» Είπε σοκαρισμένη.
«Ναι αλλά αυτή η τυπισα ποια είναι;» Ρώτησε η φίλη της.
«Δεν έχω ιδεαα...»
Κατάφερα να ξεγλιστρήσω διακριτικά από τα χέρια του συνεχίζοντας το ποτό μου.
«Πάμε στο αυτοκίνητο...» μου ψυθίρισε στο αυτί.
«Με ένα ανίκανο πόδι δεν μπορώ να κάνω τίποτα.» Του είπα πλησιάζοντας το πρόσωπο μου στο δικό του.
Η Ελεάνα προσπαθούσε με το ζόρι να καταλάβει τι λέγαμε. Τα βλέμματα μας όμως και οι κινήσεις μας, πυροδοτούσαν όλο και περισσότερο τη ζήλια της.
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να κάνουμε μια γνωριμία με την τύπισα.» Είπε κοιτάζοντας τη φίλη της με ένα πονηρό ύφος.
«Γιώργο;;;» Είπε πλησιάζοντας στο τραπέζι μας καθώντας σε μια καρέκλα.
«Τι θες εσύ εδώ;» Είπε εκείνος έκπληκτος.
«Δεν ντρέπεσαι λίγο; Με έχεις αφήσει στο διαβάστηκε μια εβδομάδα και τώρα σε βρίσκω εδώ πέρα με άλλη;Αφού το ξέρεις ότι είμαι ζηλιάρα...» είπε χαϊδεύοντας του το πρόσωπο.
«Σήκω και φύγε τώρα γιατί θα γίνει της πουτάνας εδώ μέσα!» Είπε και σηκώθηκε όρθιος με θυμό πετώντας τα ποτήρια κι ότι άλλο υπήρχε πάνω στο τραπέζι.
«Γιώργο ηρέμησε.» Είπα εγώ προσπαθώντας να σταθώ στο ένα μου πόδι κρατώντας τον.
«Τι να ηρεμήσω μωρέ; Ας σηκωθεί να φύγει αυτή η πουτάνα από εδώ πέρα να ηρεμήσω. Λοιπόν Κοιτα... μπορεί να την γλίτωσες πριν μια εβδομάδα αλλά τώρα δεν σε σώζει κανείς σήκω και φύγε πριν χασω τελείως την υπομονή μου και μάζεψε και το τσιράκι σου από εκεί πέρα.» Είπε δείχνοντας τη φίλη της.
«Εμένα είπες πουτάνα ρε; Που εδώ και ένα χρόνο που είμαστε μαζί δεν έκανα τίποτα με κανένα άλλο σε αντίθεση με εσενα και προσπαθούσα για να τα βρούμε;» Φώναξε αυτή κοιτώντας με μίσος.
«Τι δεν έκανες τίποτα μωρή; Και ο Πάνος τι ήταν; Νομίζεις ότι έχαψα το παραμυθάκι που μου πούλησες τότε;»
«Ωραία καιιι; Είπες να με ξεχρεώσεις τώρα κερατώνοντας με με αυτή τη τσουλα;» Φώναξε με θυμό τραβώντας όλα τα βλέμματα πάνω της.
VOCÊ ESTÁ LENDO
ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑ
Ficção Adolescente«Σταμάτα! Σε ικετεύωωω! Είμαστε αδέρφια...» «Μέχρι χθες ούτε που γνωριζόμασταν μωρό.» Νόμιζα ότι ήξερα τι σημαίνει έρωτας μέχρι που τον γνώρισα. Η καύλα που νιώθω κάθε φορά που τον βλέπω έχει αρχίσει να λειτουργεί μέσα μου σαν ναρκωτικό. Κι όσο πιο...
