«Ξεχνα το.» Έφυγε από το δωμάτιο.
Η μέρα είχε ξημερώσει. Έβαζα και τα τελευταία ρούχα στη βαλίτσα, μέχρι που αντίκρισα τον πατέρα να στέκεται μπροστά στη πόρτα.
«Αααα! Με τρόμαξες! Γιατί είσαι ξύπνιος τόσο νωρίς;» Είπα.
«Εγώ θα έπρεπε να κάνω αυτή την ερώτηση. Τόσο πολύ βιάζεσαι λοιπόν να φύγεις, που σηκώθηκες από το πρωί να μαζέψεις τα ρούχα σου;» Είπε δυσαρεστημένος.
«Μην αρχίζεις!» Έκλεισα την μια βαλίτσα αφήνοντας τη στο πάτωμα.
«Άκουσα ότι χθες δεν κοιμήθηκες στο δωμάτιο της Έλενας, αλλά στον ξενώνα. Στην αρχή δεν το πίστεψα, μέχρι που το είδα με τα μάτια μου.»
«Γιατί; Που βρίσκεις το παράξενο; Η το παράλογο;» Έκανα.
«Στο ότι δεν είσαι ξένη, αλλά της οικογενείας.» Είπε.
«Αυτό προσπαθώ να ξεχάσω.» Είπα με θυμό.
Το βλέμμα μου τον τσάκιζε.
«Κάθισε. Θέλω να σου μιλήσω.» Έκατσε στο κρεβάτι περιμένοντας να κάνω το ίδιο.
Κάθισα πλάι του με ένα μουτρωμένο πρόσωπο που περίμενε να τελειώσει σύντομα αυτή η συζήτηση.
«Πονάω για την μάνα σου το ίδιο. Αν κάποιος θα έπρεπε να το ξέρει καλύτερα αυτός είσαι εσύ. Ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω όλα και να έρθω να μείνω μαζί σας. Μέχρι που χτύπησε ένα ξαφνικό τηλεφώνημα που έλεγε ότι ήταν νεκρή από καρδιά.»
«Η μάνα μου βρίσκεται κάτω από το χώμα εξαιτίας σου. Επειδή παντρεύτηκες μια τρελή γυναίκα που ήθελε να τη βγάλει από τη μέση για να σου φάει την περιουσία. Ομολόγησε τουλάχιστον;»
«Όχι.»
«Σιγά να μη το έκανε!» Φώναξα χτυπώντας το χέρι μου στον τοίχο. «Η σακαφιόρα. Μόνο τα λεφτά την ενδιαφέρουν.»
«Είμαι το ίδιο εξοργισμένος με σένα. Έχω ενημερώσει ήδη τον δικηγόρο για τις διαδικασίες του διαζυγίου.»
«Ένα διαζύγιο μπορεί νομίζεις να λύσει τα πράγματα;»
«Ε τι άλλο θες να κάνω;» Με ρώτησε αγανακτισμένος.
«Να κανεις;» Φώναξα εγώ. «Τίποτα. Η μάνα μου βρίσκεται στο χώμα κι αυτό δεν θα αλλάξει ότι και να κάνεις. Δεν φταις εσύ φταίει όμως η γυναίκα σου. Που τη στερήθηκα από την κούνια για μια τρελή..»
«Καλημέρα!» Ακούστηκε η φωνή του Γιώργου διακόπτοντας την συζήτηση.
«Εσύ αν δεν πάει 11:00 δεν ανοίγεις τα μάτια σου. Πως και τόσο νωρίς σήμερα;» Είπε ο πατέρας.
«Με ξύπνησαν οι φωνές. Να φανταστώ για την Αθηνά μιλάτε.» Η στάση του ήταν τόσο κριπι. Πεσμένος στην πόρτα με μια βερμούδα, τα μαλλιά ανακατεμένα, και τα μάτια του ίσα που κρατιόταν ανοιχτά.
«Όχι. Για την μάνα σου μιλάμε.» Είπε ο πατέρας.
«Για μένα δεν υπάρχει μάνα πλέον.» Είπε ο Γιώργος. «Πέθανε!»
ESTÁS LEYENDO
ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑ
Novela Juvenil«Σταμάτα! Σε ικετεύωωω! Είμαστε αδέρφια...» «Μέχρι χθες ούτε που γνωριζόμασταν μωρό.» Νόμιζα ότι ήξερα τι σημαίνει έρωτας μέχρι που τον γνώρισα. Η καύλα που νιώθω κάθε φορά που τον βλέπω έχει αρχίσει να λειτουργεί μέσα μου σαν ναρκωτικό. Κι όσο πιο...
