Κεφάλαιο 25ο

470 14 0
                                        


«Γιατί ήρθες εδώ;» Τον ρώτησε.
«Για να μπορέσουμε επιτέλους να μιλήσουμε. Για να καταλάβεις ότι για μένα είσαι ακόμα το πρώτο μου παιδί. Εγώ σε μεγάλωσα. Κι σ αγάπησα περισσότερο κι από τον κανονικό σου πατέρα. Μη με τιμωρείς Γιώργο. Εγώ δεν έφταιξα σε τίποτα. Θύμα είμαι και εγώ. Όπως εσύ. Όπως όλοι μας.»

Ο Γιώργος Προχώρησε προς το μέρος του. Στάθηκε απέναντι του, κι έπειτα τον αγκάλιασε. Η στάση του αυτή με συγκίνησε. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μαγουλα μου.

«Συγγνώμη.» Ψυθίρισε μετανιωμένος.

Πόσο ζήλευα αυτή την αίσθηση μετανοίας και συγχώρεσης.

...

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας μας έβγαλε έξω να μας κάνει το τραπέζι. Το επόμενο πρωί θα έφευγε. Οι δουλειές του δεν μπορούσαν να περιμένουν.

«Εγώ επιμένω Γιώργο. Ξανά πήγαινε σε Επαλ. Τελείωσε διοίκηση και οικονομία, και Ελα να εργαστείς στην επιχείρηση του πατέρα σου. Για την Δέσποινα και τον Γιάννη είμαι σίγουρος. Η Έλενα θέλει νομική, εσύ μας μενεις.» 
«Δεν ξέρω. Δεν κόπτομαι κιόλας να μπω στην επιχείρηση για να σου είμαι ειλικρινής. Για την Δέσποινα είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει και για τον Γιάννη, αλλά σε μένα μη βασίζεσαι και παρά πολύ. Είναι μεγάλη ευθύνη. Και με ξέρεις πολύ καλά τι είμαι.»
«Και τι θα κάνεις δηλαδή; Θα συνεχίσεις να δουλεύεις ως βοηθός σε συνεργείο αυτοκινήτων;» Βάρεσε το χέρι του στο τραπέζι.
«Ναιιι! Αυτή τη δουλειά γουστάρω αυτή θα κάνω.» Φώναξε ο Γιώργος. Ήταν φανερό πως είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από αυτή τη συζήτηση.
«Για σένα είχα άλλα όνειρα. Ήξερα ότι η επιχείρηση δεν θα σου ήταν το πιο εύκολο πράγμα, αλλά όχι κι έτσι. Σε λίγο καιρό θα αρχίσει να σε ενοχλεί που τα αδέρφια σου θα βγάζουν περισσότερα από σένα. Κι εγώ θα έχω φυγει. Ποιος θα σε καλύπτει; Ποιος θα σου στέλνει επιπλέον χρήματα; Ο καθένας θα έχει την οικογένεια του.» Αποκρίθηκε ο πατέρας.
«Και τι μου ζητάς δηλαδή; Να πάω για τρίτη φορά σε γαμημενο σχολείο;»
«Αν πρόκειται για το καλύτερο για το μέλλον σου, ναι!»
«Ρε πατέρα...» Έκανε αγανακτησμένος
«Μια στιγμή!» Τον διέκοψε επειδή χτυπούσε το κινητό του. «Παρακαλώ πείτε μου.»

Ποιος να ήταν τέτοια ώρα; Το βλέμμα του άρχισε να αλλάζει μορφή από αυτό που είχε στην αρχή.

«Τιιιι;» Φώναξε ταραγμένος. «Ξεκινάω αμεσως από Θεσσαλονίκη.»
«Τι έγινε;» Τον ρώτησα με αγωνία.
«Γιώργο... η μάνα σου αυτοκτόνησε!»

ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑDonde viven las historias. Descúbrelo ahora