Κεφάλαιο 17ο

562 13 1
                                        

«Σήμερα επιστρέφει η Έλενα. Λέω να ξανά κάνουμε ένα barbecue. Όπως τότε με την Δέσποινα.» Είπε η Αθηνά.
«Δεν είναι κακή ιδέα. Καιρό έχουμε.» Απάντησε ο πατέρας μου.
«Τι ώρα θα είναι εδώ;» Ρώτησα εγώ.
«Κατά τις 2:00 το μεσημέρι. Ότι πρέπει είναι η ώρα και για μεσημεριανό.» Απάντησε η Αθηνά.
«Είμαι σίγουρος ότι θα τα βρείτε οι δυο σας. Απλά είναι λίγο τσαουσα. Μη τη παρεξηγείς.» Είπε ο πατέρας μου πίνοντας τον καφέ του.
«Το λίγο μ άρεσε.» Είπε ο Γιάννης βάζοντας λίγο βούτυρο στη φρυγανιά του. «Στριμμένη ντίβα είναι.»
«Γιαννηη! Πως μιλάς έτσι για την αδερφή σου;» Είπε η Αθηνά θιγμένη.
«Πως μιλάω μωρέ; Προετοιμάζω την κοπέλα. Να μη ξέρει;» Είπε εκείνος.
«Τι λέτε πάλι τρελοοικογενεια;» Είπε ο Γιώργος εύθυμα αλλά μόλις με αντίκρισε ανάμεσα στους υπόλοιπους το βλέμμα του πάγωσε. Και λογικό. Είχα να καθίσω μια εβδομάδα για πρωινό με τους υπόλοιπους.
«Να τίποτα για την αδερφή σου που γυρνάει σήμερα μιλάμε. Σκεφτόμαστε να κάνουμε barbecue.» Είπε η Αθηνά.

Το βλέμμα του ήταν κολλημένο πάνω μου. Πριν καιρό θα ένιωθα αμήχανα από χαρά. Μα τώρα μόνο αηδία ένιωθα. Είχα μπροστά μου έναν παρανοϊκό άρρωστο για μένα άνθρωπο. Που ακούστηκε όταν μαθαίνει κάποιος ότι έχει αδερφή να στέλνει τα τσιράκια του να της κάψουν το σπίτι;

Μόλις αντιλήφθηκε το αηδιασμένο ύφος μου κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στον Γιάννη.

«Γιώργο, σήμερα θα έρθεις στο εργοστάσιο μαζί μου. Θέλω να είσαι μπροστά σε μια συμφωνία για να μαθαίνεις.» Είπε ο πατέρας μας.
«Εντάξει πατέρα.» Απάντησε εκείνος παίρνοντας μια φριγανιά και το μέλι.
«Ααα είναι και κάτι που θέλω να σας πω.» Είπα αφήνοντας στην άκρη το τσάι μου.
«Τι συμβαίνει κοριτσακι μου;» Ρώτησε ο πατέρας.
«Αποφάσισα να σας αφήσω σε μια εβδομάδα. Πέρασα καλά μαζί σας όλον αυτόν τον καιρό, αλλά πιστεύω ότι τώρα είναι η ώρα να επιστρέψω στο σπίτι μου.» Είπα κοιτώντας τον Γιώργο και τον πατέρα μου.

Η φριγανιά που κρατούσε  ο Γιώργος του γλίστρισε από τα χέρια . Μπορούσα να αισθανθώ το αμήχανο και μελαγχολικό αίσθημα του.

«Τιι;» Είπε ο πατέρας μου ξαφνιασμένος. «Τώρα σε συνηθίσαμε. Εγώ περίμενα ότι θα σε είχα τουλάχιστον όλο το καλοκαίρι.»

Η Αθηνά παρά το ότι είχε χαρεί, μόλις άκουσε αυτό που είπε ο πατέρας μου ήταν σε φάση: «ας τον βαρέσει κάποιος. Τι μαλακίες είναι αυτές που λέει;»

«Μπαμπά... καταλαβαίνω ότι σε στεναχωρώ, αλλά και η Θεια μου με χρειάζεται.» Είπα εγώ.
«Η Θεια σου έχει τον άντρα της κορίτσι μου. Τόσα χρόνια σε είχε. Εγώ ακόμα χθες σε γνώρισα.» Είπε απογοητευμένος.
«Θα με ξανά δεις. Δεν θα χαθούμε. » Είπα χαϊδεύοντας του στοργικά το χέρι.
«Μήπως σε πήραξε κανένας από εμάς;» Είπε κοιτώντας απειλητικά τον Γιώργο και την Αθηνά.
«Οχιι. Όλοι μου φερθήκατε άψογα. Η απόφαση είναι καθαρή δίκη μου.» Είπα
«Και πότε λες να φύγεις με το καλό;» Ρώτησε η Αθηνά.
«Την Πέμπτη το πρωί.» Απάντησα.
«Μάλιστα... τι να πω; Καλό ταξίδι να έχεις.» Είπε ο πατέρας μου απογοητευτικά κάνοντας νόημα στον Γιώργο να φύγουν.

ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang