«Τιιι;» Φωνάξαμε και οι δυο.
«Αυτό μου είπαν τώρα στο τηλέφωνο. Αυτοκτόνησε χθες το βράδυ. Πρέπει να γυρίσω αμέσως στο σπίτι.»
«Περίμενε Θα ερθουμε κι εμείς μαζί σου.» Είπα έτοιμη να τον ακολουθήσω.
Μα ο Γιώργος καθόταν στη θέση του και μας κοιτούσε σαν χάνος. Δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε κρύο ούτε ζέστη. Μόνο αμηχανία που είχε αυτή την στάση γιατί επρόκειτο για την μάνα του.
Του έκανα ένα άγριο βλέμμα και σηκώθηκε από την θέση του μόλις το αντιλήφθηκε. «Μάνα σου είναι!» Είπα από μέσα μου.
Μισή ώρα αργότερα βρισκόμασταν στον δρόμο από Αθήνα για Θεσσαλονίκη. Δεν βγάλαμε άχνα σε όλη την διαδρομή. Και τι να λέγαμε; Δεν μπορούσες ούτε να λυπηθείς ούτε να χαρείς για το συγκεκριμένο άτομο. Κι όμως. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα λίγη συμπόνια για εκείνη την γυναίκα. Περνούσε τόσο άσχημα τους δύο τελευταίους μήνες που δεν άντεξε άλλο. Αυτοκτόνησε. Σαν να τη τιμώρησε η ζωή για όλο το κακό που έκανε.
Γύρω στις 4:30 την νύχτα είχαμε φτάσει στην Αθήνα. Ο πατέρας μας άφησε στο σπίτι, και μετά έφυγε για το νεκροτομείο. Και μόνο στην ιδέα ότι θα επέστρεφε με το πτώμα της Αθηνάς, με έπιασε πανικός. Στράφηκα προς τον Γιώργο. «Είσαι καλά;» Τον αγκάλιασα.
«Αφού βρίσκομαι και πάλι σε αυτό το καλωσπιτο όχι.» Μου απάντησε ξερά.
«Είμαι κουρασμένη. Θέλω να ξαπλώσω.» Χασμουρήθηκα.
«Και εγώ. Πήγαινε στο δωμάτιο μου κι έρχομαι.» Με φίλησε.
Ανέβηκα τη σκάλα σιγά σιγά για να μη ξυπνήσω τον Γιάννη και την Έλενα. Όλα μου φαινόταν τόσο οικεία. Τόσο γνώριμα. Είχαν περάσει δύο μήνες από τότε που έφυγα, κι όμως ήταν σαν να μην έλειψα ούτε μια μέρα. Κι εκείνη η σκάλα.... την ζώναν καυτές κι αστείες αναμνήσεις. Τότε που έπεσα επειδή έτρεχα να δώσω το φουστάνι της Έλενας. Τότε που... με κυνηγούσε ο Γιώργος... Δάγκωσα το χείλος μου από ικανοποίηση. Και τι δεν θα έδινα για να ξανά ζούσα τη στιγμή!
«Γιατί κάθεσαι εδώ;» Είπε μόλις με είδε.
«Τίποτα απλά σκεφτόμουν.» Συνέχισα να ανεβαίνω τη σκάλα.
Μπήκαμε στο δωμάτιο του και κλείδωσε τη πόρτα πίσω του. «Έχεις ορεξούλες;» Κάθισα στο κρεβάτι.
«Γιατί το λες αυτό;» Έβγαλε τη μπλούζα του και βγηκε στο μπαλκόνι.
«Τόσο πολύ σε καυλώνω που βγαίνεις έξω για να πάρεις αέρα;» Γέλασα.
«Δέσποινα... δεν έχω όρεξη!» Είπε σοβαρά.
«Τότε γιατί κλείδωσες;»
«Γι' αυτό ακριβώς. Δεν έχω κανέναν όρεξη.»
«Μήπως θες να κοιμηθώ κάτω;» Σηκώθηκα παίρνοντας ένα μαξιλάρι.
«Φυσικά και όχι. Εδώ θα κοιμηθείς.» Μπήκε μέσα στο δωμάτιο.
«Τότε ξεκλείδωσε τη πόρτα σε παρακαλώ και κλείστη απλά. Δεν μπορώ να κοιμάμαι με κλειδωμένες πόρτες. Φοβάμαι.» Ικέτεψα.
«Άντε καλά.» Την ξεκλείδωσε και ξανά βγηκε στο μπαλκόνι ανάβοντας το τσιγάρο του.
VOCÊ ESTÁ LENDO
ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑ
Ficção Adolescente«Σταμάτα! Σε ικετεύωωω! Είμαστε αδέρφια...» «Μέχρι χθες ούτε που γνωριζόμασταν μωρό.» Νόμιζα ότι ήξερα τι σημαίνει έρωτας μέχρι που τον γνώρισα. Η καύλα που νιώθω κάθε φορά που τον βλέπω έχει αρχίσει να λειτουργεί μέσα μου σαν ναρκωτικό. Κι όσο πιο...
