«Έχουν αρχίσει να μπαινοβγαίνουν ασφαλίτες μέσα στο σπίτι μου!»
«Ελα τώρα Αθηνά... τα παρά λες! Απλά ένας ντέντεκτιβ ήρθε να σας ενημερώσει, ότι τα στοιχεία που βρήκε θα παραδοθούν στην αστυνομία.»
«Σοβαρά; Κι αν πάει κάτι στραβά και μαθευτεί η αλήθεια;»
«Τίποτα δεν θα μεθευτεί. Μετά από τόσο καιρό;»
«Μάλλον δεν καταλαβαίνεις καλά.... δεν πρέπει κανένας να μάθει ότι εμείς είμαστε πίσω από τον φόνο της Ευελίνας.»
«Θα κάνω ότι μπορώ για να προστατέψω τα τομάρια μας.» Της ψιθύρισε αγχωμένος.
«Όσο θυμάμαι εκείνο το απόγευμα... το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Είχε φύγει πάλι από το σπίτι για να πάει να τη βρει. Ήμουν με τρία μωρά. Το μικρότερο δεν είχε ακόμα χρονίσει. Οι καυγάδες δεν τελείωναν. Ήμουν σίγουρη ότι κάποια στιγμή θα μου έδινε μια και θα με ξαπόστελνε. Αλλά δεν ήξερα ότι θα με παράταγε για αυτήν. Όταν μου τηλεφώνησαν εκείνο το βράδυ και μου είπαν πως τον είδαν μαζί της, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Έπρεπε να την βγάλω απ τη μέση! Για το καλό της οικογένειας μου...»
«Αυτό που έκανες, σε άλλη περίπτωση θα το χαρακτήριζα ως μια μεγάλη ανοησία. Δεν απειλήθηκαν ποτέ τα παιδιά σου από αυτήν. Ακόμα και να σε χώριζε ο Χριστόφορος, είναι λογικός άνθρωπος. Δεν θα άφηνε ποτέ τα παιδιά του στην τύχη τους. Θα σε βοηθούσε στην αρχή να ορθοποδήσεις.»
«Ναι! Γιατί όμως τα παιδιά μου να στερούνταν την ευτυχία της οικογένειας από τόσο μικρά; Η κόρη μου ειδικά τι θα προλάβαινε να ζήσει; Θα τα χάναμε όλα για αυτή τη βρομιάρα;» Έριξε με νεύρα ότι υπήρχε πάνω στο γραφείο. Φάκελοι, στυλό, όλα έγιναν ένα μπάχαλο εκεί μέσα.
«Ηρέμησε!» Της είπε ο ξάδερφος της δίνοντας της λίγο νερό.
«Θα ηρεμήσω Κώστα. Όταν κλείσει αυτή η υπόθεση. Δεν έχω να χάσω μόνο την αξιοπρέπεια μου, αλλά τα παιδιά μου, τον άντρα μου... αυτό με πονάει περισσότερο!»
...
«Το βράδυ λέω να βγούμε.» Είπε ο Γιάννης καθώς παίζαμε και τα τρία "αδέρφια" αγωνία.
«Ε δεν κάνουμε και τίποτα άλλο από την μέρα που ήρθα.» Είπα εγώ.
«Γιατί δεν περνάς καλά;» Με ρώτησε ο Γιάννης.
«Δεν είπα αυτό...» απάντησα.
«Δέσποινα τι γίνεται; Γιατί από χθες έχεις αυτά τα μούτρα;» Είπε ο Γιώργος κοιτώντας με κατάματα αφήνοντας κάτω τα χαρτιά του.
«Τι εννοείς; Πως είμαι δηλαδή;» Είπα νιώθοντας αμήχανα. Το βλέμμα του με κατά έτρωγε.
«Σαν να σε έχει πηράξει κάτι. Μήπως έγινε πάλι τίποτα με την μάνα μου;»
«Όχι. Δεν έχει γίνει κάτι. Απλά δεν έχω όρεξη για απόψε.»
«Γιατί ρε παιδιά; Πάμε.»Είπε απαγοητευμένος ο Γιάννης.
«Αστο μικρέ. Και εγώ έτσι κι αλλιώς έχω μια δουλειά όπως σου είπα πριν.»
«Τι δουλειά;» Έκανε εκείνος ανήξερα. «Ααα... εννοείς το ραντεβού με την Ελεάνα;»
ВЫ ЧИТАЕТЕ
ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑ
Подростковая литература«Σταμάτα! Σε ικετεύωωω! Είμαστε αδέρφια...» «Μέχρι χθες ούτε που γνωριζόμασταν μωρό.» Νόμιζα ότι ήξερα τι σημαίνει έρωτας μέχρι που τον γνώρισα. Η καύλα που νιώθω κάθε φορά που τον βλέπω έχει αρχίσει να λειτουργεί μέσα μου σαν ναρκωτικό. Κι όσο πιο...
