Κεφάλαιο 6ο

1.1K 23 2
                                        

«Είμαι σίγουρος ότι θα περάσουμε γαμάτα μωρό μου.» Μου είπε ο Πέτρος δίνοντας μου ένα πεταχτό.
«Παρά πήρες θάρρος.» Είπα εγώ και αποτραβήχτηκα διακριτικά.
«Αφού το ξέρεις ότι σε γουστάρω. Εδώ και πόσο καιρό το λέμε.»
«Ε και;»
«Τι ε και ρε Δέσποινα; Θέλω να το προχωρήσουμε γαμώ.»
«Τι λες μωρέ; Θα κάνουμε κάτι για τώρα το καλοκαίρι και μετά μη τον είδατε;»
«Γιατί μόνο για το καλοκαίρι;»
«Ε πως θα γίνει; Θα έρχεσαι εσύ κάθε Σαββατοκύριακο, η θα έρχομαι εγώ;»
«Γιατί να πηγαινοερχόμαστε; Η θα μείνω εγώ στον πατέρα μου Θεσσαλονίκη, ή θα μείνεις εσύ στον δικό σου Αθήνα. Διαλέγεις και παίρνεις.»
«Ναι! Έτσι εύκολη νομίζεις είναι η μετακόμιση.» Είπα εγώ ειρωνικά.
«Ε τι θες δηλα...»
«Τίποτα! Μη με πιέζεις. Στο χω ξανά πει ότι με ξενερώνει άσχημα. Άντε έλα να βουτήξουμε.» Είπα αρπάζοντας τον από το χέρι.

«Δες τους ρε. Ούτε μια μέρα δεν την γνώριζε και κατευθείαν μπήκε στο ψητό ο πούστης.» Είπε ο Τάσος στον Γιώργο σε μια ξαπλώστρα πιο πέρα κοιτάζοντας μας μέσα στη θάλασσα.
«Τι εννοείς;» Ρώτησε ο Γιώργος γεμάτος ζήλια.
«Τι να εννοώ ρε μαλάκα που φασώθηκαν λέω.»
«Φασώθηκαν όντως εκείνη την μέρα που βγήκαν;» Ρώτησε αναστατωμένος.

Η αίσθηση του ήταν τόσο μελαγχολική. Θα μπορούσε να τα κάνει όλα λίμπα, να παίξει beef μαζί του στη θάλασσα, να με σιχαθεί και όλη αυτή η θλίψη που ένιωθε να την ξεσπούσε πολύ άνετα σε θυμό. Σε μίσος. Κι όμως. Επέλεξε να κάτσει εκεί ήρεμα με το αίμα να σιγοβράζει στις φλέβες του, την καρδιά του να χτυπάει ασταμάτητα, περιμένοντας πότε θα βγουν από τη θάλασσα.

«Ναι βρε. Αν και με τις περιγραφές που μου είπε... μπορεί να έκαναν και κάτι παραπάνω.» Είπε ο Τάσος ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά.
«Μάλιστα...»

Δεν άντεχε να μας βλέπει να είμαστε μαζί  μέσα στη θάλασσα κάνοντας μαλακίες σαν τα μωρά. Δεν είναι η ζήλια που ένιωθε. Αλλά ότι εκείνος ο μαλάκας μια μέρα θα απογοήτευε και θα πονούσε την αδερφή του όπως έκανε και με την άλλη. Θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να είχα κάνει κάτι με τον Τάσο. Μπορεί να ήταν ότι ήταν αλλά ποτέ δεν έπαιξε και ούτε θα έπαιζε με καμία κοπέλα.

Ο χτύπος του κινητού του επανέφερε το βλέμμα του πάνω. Ήταν ο πατέρας του.

«Γιώργο. Πάρε την Δέσποινα και γυρίστε πίσω. Είναι επείγον.» Του είπε κλείνοντας το κατευθείαν.

Δεν θα μπορούσε ποτέ να βρει καλύτερη αφορμή για να με πάρει έστω και τώρα από τα χέρια αυτουνού.

ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΚΑΥΛΑDonde viven las historias. Descúbrelo ahora