Κεφ. 11

353 65 165
                                        

^Τριτοπρόσωπη Αφήγηση^

Η Δανάη δεν μπορούσε να αφαιρέσει με καμία δύναμη το βάρος του λάθος της που έκαιγε τα σωθικά της.
Έτσι έκλαιγε, έκλαιγε πολύ να βουβά, κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει, ήταν αυτή αντιμέτωπη με τον εαυτό της και το λάθος τής, η φυγή στο πιο κρίσιμο σημείο που ο μοναδικός της ήταν φυλακή.

Ήταν ακόμα; σκέφτηκε.

Τι θα έλεγε όταν γυρνούσε και δεν την έβρισκε;
Τι συμπεράσματα θα έβγαζε;

Θα νευρίαζε;

Σίγουρα θα νευρίαζε γιατί είχαν δώσει υπόσχεση ζωής να μην εγκαταλείπουν ότι και να γίνει;

Τι άλλαξε;  Τι ήταν διαφορετικό εκείνη τη μοιραία βραδιά;

Για αυτόν το έκανε, μόνο αυτόν σκεφτόταν...

Πώς όμως να τον αφήσει;
Με ποια καρδιά, με ποια λογική αφήνεις αυτόν που αγαπάς;
Πώς εγκαταλείπεις μια μάχη χωρίς να παλέψεις;

Ο Χάρης, από την άλλη, τρελαινόταν όσο έμενε σε ένα κελί και δεν υπήρχε το άλλο του μισό, η Δανάη, το στολιδάκι του.  Είχε χάσει τον εαυτό του και τον ύπνο του.

Ανησυχούσε αφού κανείς δεν πήγαινε να τον δει, κανείς δεν τον ενημέρωνε τι γίνεται έξω από τους σκούρους τοίχους.

Φανταζόταν τα χειρότερα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί με τίποτα, αφού οι εφιάλτες είχαν γίνει πια χειρότεροι απο κάθε άλλη φορά.

Μια εβδομάδα έκατσε εκεί μέσα, χωρίς να φταίει.

Τα πραγματικά γουρούνια είναι έξω ελεύθερα, ενώ αθώοι άνθρωποι κλείνονται εδώ μέσα. Σκέφτηκε.

Όταν τον άφησαν ελεύθερο, δεν του είπαν απολύτως τίποτα, ούτε εκείνος ρώτησε, έτρεξε σαν σίφουνας να πάει στη φωλιά τους και να αντικρίσει το στολιδάκι του.

Ήθελε να τη βρει, την είχε μεγάλη ανάγκη μετά από μια ολόκληρη βδομάδα χώρια και ήταν η μόνη που θα μπορέσει να διώξει κάθε είδους δαίμονα που κατέκλυζε το μυαλό του.

His POV

Έτρεχα σαν τρελός, ήθελα να δω αν είναι καλά, αν η Μαργαρίτα έκανε πράξη της απειλές της ειλικρινά θα τη σκότωνα.

Είχα φτάσει έξω από το διαμέρισμα μας όμως κάτι μέσα μου έλεγε να μην πάω...

Όταν τελικά άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα, ήθελα να τρέξω περισσότερο.

Jealous Bae!Stories to obsess over. Discover now