23. Πεθυμήσει

3.3K 179 2
                                        

Το επόμενο πρωί ξύπνησα νιώθοντας πιό χάλια απο ποτέ,  τα μαλλιά μου είχαν γίνει ένα κουβάρι απο κόμπους και τα μάτια μου είχαν φουσκώσει από το κλάμα. Ναι, για άλλη μια φορά κατάφερε να με κάνει να κλάψω για αυτόν, μπορεί να μην είπε κάτι αλλά οι πράξεις του πονάνε πιο πολύ από τα λόγια του. Αλλά αυτό ήταν, αυτή ήταν και η τελευταία φορά που έκλαψα για τον Μάκη Αναστασίου, δεν άξιζε τα δάκρυα μου και πάνω από όλα δεν άξιζε εμένα.

Έμεινα για λίγες ώρες να κοιτάω τους τοίχους του δωματίου, όλα μέσα στον ξενώνα ήταν λευκά. Λευκά σεντόνια, έπιπλα ακόμα και κουρτίνες. Πάνω στο τραπεζάκι υπήρχε ένα βάζο με μπλέ πετούνιες και γύρω από αυτό υπήρχαν αρωματικά κεριά, λευκά και αυτά. Όλα ήταν τόσο εκνευριστικά καθαρά και τακτοποιημένα, τα πάντα σε μία τάξη σε αντίθεση με το μυαλό μου στο οποίο επικρατούσε το απόλυτο χάος.

Έπειτα από μια εσωτερική διαφωνία με την συνείδηση μου αποφάσισα να σηκωθώ και να κατέβω κάτω. Όταν κατέβηκα τις σκάλες βρήκα τον Μάκη να στηρίζει τους αγκώνες του στο τραπέζι τής κουζίνας και να κοιτάει επίμονα το ρολόι του τοίχου. Το βλέμμα του απλανές και χαμένο.

"Καλημέρα " είπα ψυχρά και με αυτό κέρδισα την προσοχή του

"Καλημέρα Έλενα" είπε με ένα χαμόγελο

Έβαλε ένα ποτήρι καφέ και μου το πρόσφερε, σε αντίθεση με χθες φαινόταν πολύ ευδιάθετος.

"Πεινάς; Να σου βάλω κάτι; " ρώτησε

"Όχι ευχαριστώ"

Δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτή την απότομη αλλαγή της συμπεριφοράς του, την μια μέρα φερόταν σαν κόπανος και τώρα ήταν όλο χαμόγελο και προθυμία.

"Συγγνώμη" είπε ξαφνικά

"Για ποιό πράγμα;"

"Πού φερόμουν σαν μαλάκας χθες, δεν σου άξιζε"

"Μάλιστα"

"Και συγγνώμη και για την Αμαλία" είπε, τρίβοντας αμήχανα το σβέρκο του

"Γιατί μου ζητάς συγγνώμη για αυτή;"

"Δεν έπρεπε να την φέρω, ήταν πολύ λάθος κίνηση εκ μέρους μου"

"Δεν υπάρχει θέμα, το τι κάνεις στη ζωή και στο κρεβάτι σου είναι δικό σου θέμα και μόνο και δεν με νοιάζει"

Αυτό τον έπιασε απροετοίμαστο, με κοίταξε λες και έλεγα κάτι τρελό, σαν να περίμενε μια διαφορετική απάντηση από αυτή που του έδωσα.

"Αα ώστε δεν σε νοιάζει" είπε απογοητευμένος

"Ναι,  και στο κάτω κάτω γιατί να με νοιάζει; Δεν είσαι και τίποτα για εμένα, είσαι απλά ο κολλητός του αδελφού μου"

"Ώστε έτσι ε; Μάλιστα,  και εγώ νόμιζα ότι είχαμε κάποια στιγμή χθές, αλλά μάλλον ήταν όλα στο μυαλό μου" είπε και ανέβηκε επάνω

Φαινόταν πληγωμένος, από την άλλη όμως ίσως ήταν και η ιδέα μου, δεν υπήρχε λόγος να πληγωθεί, έτσι κι αλλιώς τόνισα την αλήθεια δεν είπα και τίποτα κακό. Ήπια τον καφέ μου και βγήκα να περπατήσω, στο πάρκο συνάντησα έναν παλιό μου φίλο, όταν με είδε έμεινε άφωνος.

"Έλενα; " ρώτησε σαστισμένος

"Μάνο;"

Πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον και αγκαλιαστήκαμε.

"Που είσαι ρε Μάνο, έχω τόσα χρόνια να σε δω" είπα.

Ο Μάνος ήταν παιδικός μου φίλος, στο γυμνάσιο όμως μετακόμισε λόγω της δουλειάς του πατέρα του.

"Άσε που να στα λέω, πέρασα εδώ,  σπουδάζω στο παμακ, στο τμήμα σλαβικών σπουδών" είπε περήφανα

"Αλήθεια; Μπράβο ρε συ, δεν το ήξερα, εγώ σπουδάζω στο ΑΠΘ, καταπληκτικό πανεπιστήμιο"

"Πω ποιός να μου το λεγε ότι θα σε ξανά έβλεπα εδώ"

"Πραγματικά είναι απίστευτο"

"Τι κάνεις τώρα; Έχεις χρόνο να πάμε ένα καφέ; " ρώτησε

"Ναι αμέ, δεν έχω τίποτα"

"Τέλεια, πάμε τότε"

Πήγαμε σε μια καφετέρια της γειτονιάς και κάτσαμε να πιούμε κάτι.  Αυτός πήρε ένα κρύο τσάι λεμόνι, δεν άλλαξε καθόλου, από τότε που τον θυμάμαι πάντα έπινε τσάι. Είχε αλλάξει βέβαια εμφανισιακά, δεν ήταν πια το στρουμπουλό γλυκό αγοράκι, τώρα πια ήταν ψηλός και γεροδεμένος. Τα μαλλιά του ήταν είχαν ένα μοντέρνο κούρεμα πλέον και όχι εκείνο το κοντό γουλί που έκανε επί χρόνια. Το μόνο που παρέμεινε ίδιο ήταν τα γκρί του μάτια και το αστραφτερό του χαμόγελο.

"Και δεν μου λες Έλενα κανένα αγόρι παίζει;"

"Μπα ελεύθερη είμαι,  εσύ; Σε τύλιξε καμία;"

"Όχι η αλήθεια είναι,  έβγαινα με κάποια αλλά με χώρισε για τον πρώην της"

"Ωω λυπάμαι"

"Δεν πειράζει, το ξεπέρασα, ξες τι θυμήθηκα τώρα; "

"Τι;"

"Εκείνον τον γαλανομάτη τον φίλο του αδελφού σου που σε πείραζε, τι να κάνει τώρα άραγε"

"Σπουδάζει και με εκνευρίζει" είπα

"Μην μου πεις"

"Κι όμως στο λέω"

"Ακόμα στην ζωή σου είναι;" ρώτησε έκπληκτος

"Αχα"

Κάθισε ήσυχα και εγώ του διηγήθηκα όλα όσα έχασε τα τελευταία χρόνια. Περνούσα υπέροχα, είχα ξεχάσει πόσο ωραία είναι να έχεις κολλητό. Το είχα πεθυμήσει.

Δεν σε αντέχω.Donde viven las historias. Descúbrelo ahora