Κεφάλαιο 3.

552 99 67
                                        

Το μυαλό της δεν την άφησε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Και πως να το έκανε όταν δεν μπορούσε να βρει τρόπο να ηρεμήσει μετά από τη συνομιλία της με τη μητέρα της και την αδερφή της. Ό,τι κι αν είπαν την ενοχλούσε μα ακόμα περισσότερο την προβλημάτιζε το γεγονός πως ακόμα δεν της απάντησαν γιατί να γίνει ο γάμος στο Παρίσι. Τόσα όμορφα μέρη είχε η Ελλάδα, αν δεν ήθελαν την Αθήνα ας πήγαιναν σε ένα νησί... μα ήξερε πολύ καλά πως η Αγάπη ήθελε να παντρευτεί στο Παρίσι γιατί ήταν το δικό της όνειρο ένας ρομαντικός γάμος στην πόλη του έρωτα. Της το είπε ένα βράδυ πριν χρόνια, σε μια από τις λίγες φορές που οι δυο τους μίλησαν χωρίς να τσακωθούν, και σίγουρα η μικρή το θυμόταν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ήθελε κάτι που της ανήκε, η Αγάπη είχε ταλέντο στο να βρίσκει τρόπους να της κλέβει μέσα από τα χέρια πράγματα που αγαπούσε και πάντα οι γύρω τους τη συγχωρούσαν παρότι η Αμέλια ήταν δυστυχισμένη.

Μην είσαι υπερβολική, Αμέλια, παιδί είναι και θα πάρει τα πράγματα του άλλου, έτσι κάνουν τα παιδιά... Μην είσαι υπερβολική, Αμέλια, δεν πειράζει που σου πήρε το αγαπημένο σου φόρεμα- σ' εκείνη πάει καλύτερα.

Μην είσαι υπερβολική, Αμέλια, που η αδερφή σου έχει σκοπό της ζωής της να σου κάνει τη δική σου δύσκολη...

Σηκώθηκε νωρίς εκείνο το πρωινό της Κυριακής. Έκανε έναν καφέ και τον ήπιε καθισμένη στην αγαπημένη της γωνιά, στον πάγκο κάτω από το παράθυρο, κοιτώντας τον αέρα να παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του. Έριχνε λίγη βροχή πού και πού αλλά δεν κρατούσε για ώρα. Τα σύννεφα κρέμονταν βαριά πάνω από την πόλη και η επιθυμία της να βγει μια βόλτα ήταν μεγάλη. Δεν έχασε καιρό, ντύθηκε ζεστά και βγήκε έξω στο κρύο. Της άρεσε που ο κόσμος παρέμενε στα ζεστά γιατί δεν είχε όρεξη να έρθει σε επαφή με κανέναν. Κατευθύνθηκε προς το πάρκο κοντά στο σπίτι της που αγαπούσε πολύ γιατί πάντα της χάριζε ηρεμία. Έτσι κι εκείνο το πρωινό, όμως η ηρεμία της κράτησε λίγο αφού το κινητό την ενημέρωσε για το καθιερωμένο τηλεφώνημα της μητέρας της. Αν την αγνοούσε δε θα σταματούσε να καλεί, καλύτερα να της μιλούσε και να τελείωνε μια ώρα αρχύτερα η αγγαρεία.

«Τι έγινε μαμά; Όλα καλά; Εγώ μια χαρά, έχει κακό καιρό σήμερα αλλά μου αρέσει και βγήκα μια βόλτα, όχι δε μίλησα ξανά με την Αγάπη», άρχισε να της λέει σαν χείμαρρος πριν της δώσει την ευκαιρία να μιλήσει.

«Α, μάλιστα. Και, μόνη σου βγήκες βόλτα; Το αγόρι σου δεν ήρθε μαζί;»

Όχι που δε θα έβρισκε κάτι να σχολιάσει, σκέφτηκε, εκνευρισμένη. «Είχε μια δουλειά», αρκέστηκε να της πει με κοφτό τόνο.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναМесто, где живут истории. Откройте их для себя