Κεφάλαιο 12.

574 102 49
                                        

Το απόγευμα τους βρήκε να περπατάνε στα πλακόστρωτα σοκάκια της Μονμάρτρη, ανάμεσα σε ντόπιους και τουρίστες που ήθελαν να ζήσουν την εμπειρία των Χριστουγέννων στο Παρίσι. Όταν η Αμέλια είδε για πρώτη φορά, πριν τρία χρόνια, την περιοχή βούρκωσε από την ομορφιά της. Της φάνηκε υπερβολική η αντίδρασή της μα πως μπορούσε να αγνοήσει τη μοναδικότητα της περιοχής; Ντυμένη στα Χριστουγεννιάτικα ήταν ακόμα ομορφότερη. Κόκκινο, χρυσό, μπλε, πράσινο... μια πανδαισία χρωμάτων σε απόλυτη αρμονία που δεν χόρταινε με τίποτα. Μα αυτή τη βραδιά δυσκολευόταν πολύ να ευχαριστηθεί τη βόλτα. Δεν είχε πει κουβέντα για ώρα. Περπατούσε δίπλα στον Τριστάν που προτίμησε, κι αυτός, να μείνει σιωπηλός και σκεφτόταν πως αυτή η μέρα ήταν ατέλειωτη.

Βρέθηκαν στο αγαπημένο της σημείο απ' όπου μπορούσαν να δουν το Παρίσι να απλώνεται μπροστά τους. Ο χώρος ήταν γεμάτος με κόσμο γι' αυτό παρέμειναν στα σκαλιά που οδηγούσαν ως εκεί, στριμωγμένοι σε μια γωνιά. Ήθελε απλά να ευχαριστηθεί τη θέα για λίγα λεπτά πριν συνεχίσουν τη βόλτα τους. Είχαν ραντεβού με την οικογένειά της και τον Πιέρ για φαγητό, σε ένα εστιατόριο στην περιοχή, και παρότι θα προτιμούσε να αποφύγει να τους δει, αποφάσισε να μην τους κάνει τη χάρη. Τους ενοχλούσε η παρουσία της, τόσο όσο ενοχλούσε την ίδια η δική τους, οπότε θα τους γινόταν τσιμπούρι μέχρι να τους αναγκάσει να φύγουν.

«Αμέλια, μου έλειψε η φωνή σου».

Η απαλή φωνή του Τριστάν χάιδεψε το αυτί της και η ανάσα του την ανατρίχιασε. Γέλασε με τον εαυτό της γιατί το μόνο που της απέμεινε πια ήταν ένας άγνωστος άντρας που έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την προστατέψει από τον ίδιο της τον εαυτό.

Στράφηκε προς το μέρος του και κατάφερε να του χαρίσει ένα απαλό χαμόγελο. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να του δώσει για όσα έκανε για αυτή. Μπορούσε να δει πολλή τρυφερότητα στο βλέμμα του, όχι λύπηση και σίγουρα όχι κάτι προσποιητό. Την κοιτούσε έτσι γιατί νοιαζόταν πραγματικά.

«Συγγνώμη που ξέσπασα πριν», είπε με βραχνή φωνή και το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη του.

«Αν ήμουν στη θέση σου, θα είχα τρελαθεί. Ήδη έχω χάσει πάσα ιδέα με την οικογένειά σου», αναστέναξε δυνατά. «Λυπάμαι πολύ για τη συμπεριφορά τους, αλήθεια στο λέω, αλλά μη ζητάς ποτέ συγγνώμη για πράγματα για τα οποία δε φταις».

Έγνεψε πως καταλάβαινε τι της έλεγε και άφησε την ανάσα της να βγει αργά. «Νιώθω σα να με γελοιοποίησαν με το χειρότερο τρόπο. Η αδερφή μου με μισεί, αλλά δεν περίμενα στιγμή πως θα έκανε κάτι τέτοιο με τις ευχές των γονιών μου. Απλά, με πιάνει το παράπονο, γιατί μου φέρονται έτσι; Τι τους έκανα;» Η φωνή της έσπασε αλλά κατάφερε να κρατήσει τα αισθήματά της ελεγχόμενα παρότι πνιγόταν. «Ακόμα δεν ήρθαν και με κούρασαν», συμπλήρωσε, εξουθενωμένη.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναStories to obsess over. Discover now