Κεφάλαιο 14.

560 104 24
                                        

Το χάος που επικράτησε στο διαμέρισμα της το βράδυ, πανικόβαλλε για τα καλά την Αμέλια που συνήθιζε να το κρατάει μαζεμένο. Παπούτσια πεταμένα παντού, ρούχα κρεμασμένα στις πλάτες των καρεκλών, κάποια κάτω στο πάτωμα του μπάνιου, που ανήκαν όλα στην αδερφή της... της ήρθε να βάλει τα κλάματα κι απόρησε με τον εαυτό της που συγκρατήθηκε. Το μόνο που έκανε ήταν να μην τους αφήσει να πάνε για ύπνο χωρίς να συμμαζέψουν το χάος τους όσο ο Τριστάν έκανε μπάνιο, τελευταίος και καταϊδρωμένος. Την κοίταξαν όλοι σοκαρισμένοι που στις δέκα το βράδυ τους έβαζε να κάνουν δουλειές.

«Είμαι κουρασμένη, δεν μπορούμε να τα κάνουμε αύριο;» κλαψούρισε η Αγάπη, κι έριξε το σώμα της πάνω σε μια καρέκλα.

«Φρόντισε να μη ξαναγίνει αυτό», της έδειξε τα πεταμένα πράγματά της, «για να μη σε βάζω να μαζεύεις. Σε διαμέρισμα μένεις, όχι σε στάβλο».

«Σταμάτα πια τη γκρίνια, δε βλέπεις πως το πικραίνεις το παιδί;» πετάχτηκε η μητέρα τους και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα μόνη της.

Η Αμέλια κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη κοιτώντας την αδερφή της να πηγαίνει ως την κρεβατοκάμαρα με ένα ευχαριστημένο ύφος που για μία ακόμη φορά βγήκε το θύμα της ιστορίας. Πόσο ήθελε να της δώσει ένα μάθημα. Δε θα την άφηνε να κερδίσει, ξανά. Έστρεψε το βλέμμα προς τη μητέρα της και αναστέναξε νευριασμένη. Ο πατέρας της την παρακολουθούσε σιωπηλός- εκείνη, όχι τη μικρή του κόρη που της είχε αδυναμία, ούτε τη γυναίκα του, αλλά εκείνη- αλλά δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει τα συναισθήματά του. Δεν ήθελε κιόλας. Άρχισε να μαζεύει νευρικά τα ποτήρια που ήταν αφημένα παντού και τα έβαλε μέσα στο πλυντήριο πιάτων γιατί δεν είχε κουράγιο να πλένει στα χέρια. Το έβαλε σε λειτουργία και σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα. Η μάνα της και η αδερφή της ήταν κλεισμένες στο δωμάτιό τους, και οι δύο έξαλλες μαζί της, μα ο πατέρας της δεν πήγαινε ακόμα για ύπνο.

«Χρειάζεσαι κάτι;» τον ρώτησε. Ήταν, ίσως, οι πρώτες κουβέντες που αντάλλαξαν από την ώρα που έφτασαν στο Παρίσι. Της φαινόταν παράξενο που ήταν μόλις μια μέρα εκεί γιατί ένιωθε σα να ζούσε μαζί τους μια αιωνιότητα.

«Όχι, απλά ήθελα να μάθω αν είσαι καλά», απάντησε, κάπως διστακτικά.

«Πρώτη φορά σε ενδιαφέρει αν είμαι καλά», του είπε, λίγο εχθρικά. Δεν πήρε καμία αντίδραση από αυτόν. «Ήμουν καλά», αρκέστηκε να του πει, εντέλει.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναStories to obsess over. Discover now