Το ταξί σταμάτησε έξω από την πολυτελή μονοκατοικία στη Νάντη, εκεί όπου ο Τριστάν πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του με τους γονείς του και την αδερφή του. Ήταν στολισμένο όμορφα, όπως κάθε Χριστούγεννα και η μητέρα του δε λυπόταν τα χρήματα- πάντα προσλάμβανε την ίδια εταιρεία να αναλάβει τον στολισμό και κάθε χρόνο ήταν διαφορετικό το θέμα. Φέτος τα πάντα έμοιαζαν λες και βγήκαν από το παλάτι της Έλσας στο Ψυχρά κι ανάποδα. Πλήρωσε τον οδηγό γελώντας και σήκωσε τα πράγματά του για να μπει, επιτέλους, στο σπίτι.
Πριν φτάσει ως την εξώπορτα, την είδε να ανοίγει, κι ένα κεφάλι με καστανόξανθες μπούκες ξεχύθηκε στο κατόφλι. Η Βιβιέν άφησε μια τσιρίδα πριν πέσει με φόρα στην αγκαλιά του. Ήταν μικροσκοπική και παρότι ήταν τριάντα ετών, με το ζόρι έμοιαζε για είκοσι δύο. Τη σήκωσε στα χέρια του και έκανε μια στροφή πριν την αφήσει να πατήσει πάλι στο έδαφος.
«Τι κάνεις μικρό τρολ;» τη ρώτησε, παίζοντας με τα μαλλιά της που πάντα λάτρευε για τις μπούκλες της.
«Καλά είμαι, χαίρομαι που ήρθες γιατί μ' έχει πρήξει ο μπαμπάς με τα δικά του. Σώνει και καλά να μετακομίσω πάλι εδώ».
«Καλά να πάθεις, η τιμωρία σου που του είπες πως με έκλεψαν ενώ σου είπα να μην το κάνεις».
Η Βιβιέν του έδειξε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά αλλά τον βοήθησε να κουβαλήσει τα πράγματά του ως το χολ του σπιτιού. Τίποτα δεν άλλαξε μέσα τα χρόνια που έλειπε. Οι γονείς του ήταν πλάσματα της συνήθειας και δεν έκαναν μόνιμες αλλαγές συχνά. Μερικές φορές σκεφτόταν πως μόνο τον γιορτινό στολισμό ανέχονταν να αλλάζει κάθε χρόνο. Το τζάκι στο μεγάλο σαλόνι ήταν αναμμένο. Από πάνω του κρέμονταν οι τέσσερις μεγάλες κάλτσες σε κόκκινο χρώμα, με τα ονόματά τους κεντημένα με πράσινη κλωστή από τους ίδιους. Ήταν δεκαπέντε όταν τους ανάγκασε η μητέρα τους να το κάνουν σαν οικογενειακή εργασία που θα τους έφερνε πιο κοντά. Δεν τολμούσε κανείς να της χαλάσει χατίρι αλλά στα κρυφά καμάρωνε για το πόσο όμορφα κέντησε εκείνο το πρωινό. Το δέντρο που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα ήταν στολισμένο στην εντέλεια, αλλά του έλειπε εκείνο που στόλισε με την Αμέλια, που τα στολίδια ήταν όλα ξύλινα και το δέντρο έμοιαζε σα να βγήκε από παιδικό παραμύθι. Ήταν παράξενο αλλά του έλειπε ήδη και η ίδια η Αμέλια.
Ανέβηκε στο δωμάτιο του κι άφησε τα πράγματά του στο κρεβάτι πάνω. Πήρε τα δώρα της οικογένειάς του- αυτά που τους έστειλε η Αμέλια, μαζί με τα δικά του- και κατέβηκε ξανά στο σαλόνι. Αυτή τη φορά τον περίμενε όλη η οικογένειά του εκεί. Αγκάλιασε τη μητέρα του σφιχτά και έσφιξε το χέρι του πατέρα του που χαμογελούσε χαρούμενος που τον έβλεπε.
ESTÁS LEYENDO
Συνέβη εκείνα τα Χριστούγεννα
RomanceΝόμιζε πως τα προηγούμενα Χριστούγεννα ήταν τα χειρότερα της ζωής της κι αυτό γιατί δεν γνώριζε τι της επιφύλασσαν τα φετινά... Μόνο Χαρούμενα πράγματα συμβαίνουν στην Αμέλια την περίοδο των Χριστουγέννων, εκτός από εκείνα τα Χριστούγεννα που αντί...
