Κεφάλαιο 15.

516 102 49
                                        

Ένας συνεχόμενος θόρυβος σαν να χτυπούσαν μέσα στα αυτά της σίδερα, την έβγαλαν έξω από τον βαθύ ύπνο της. Ήταν ζεστά. Τα χέρια του Τριστάν ήταν τυλιγμένα γύρω της και την καθήλωναν στο κρεβάτι. Δεν την ενοχλούσε καθόλου αυτό, αντιθέτως ήλπιζε πως θα ξυπνούσε στην αγκαλιά του αν και θα προτιμούσε να μην ακούει αυτόν τον εκνευριστικό θόρυβο που της τρυπούσε το τύμπανο. Σήκωσε ελαφρά το κεφάλι της προς την κουζίνα. Η μητέρα της ήταν εκεί και έβαζε τα πιάτα στη θέση τους. Το ρολόι έδειχνε έξι και μισή το πρωί. Τα νεύρα της χτύπησαν κόκκινο κι έκανε να σηκωθεί για να της πει δύο λόγια, αλλά ένιωσε τα χέρια του Τριστάν να τη σφίγγουν περισσότερο. Ξαφνιάστηκε. Γύρισε προς το μέρος του- τα μάτια του ήταν ανοιχτά ενώ ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα όμορφα χείλη του.

«Ας πιούμε καφέ πρώτα και μετά της μιλάς», ψιθύρισε. Έκανε μια γκριμάτσα γιατί ήθελε πολύ να τσακωθεί μαζί της εκείνη την ώρα και μετά να πέσει πάλι για ύπνο, αλλά δεν είχε νόημα. Πάλι η κακιά της υπόθεσης θα έβγαινε μα της επανήλθαν εικόνες από το παρελθόν, τότε που έδωσαν το δωμάτιό της στην Αγάπη και την έβαλαν σ' εκείνο κοντά στην κουζίνα και το μπάνιο, με το ζόρι. Η πόρτα δεν έκλεινε που σήμαινε πως δεν είχε ποτέ τον προσωπικό της χώρο, ενώ το πρωινό της ξύπνημα ήταν πάντα στις έξι το πρωί από τα φώτα που έπεφταν στα μάτια της και τον θόρυβο που έκανε η μητέρα της. Υπόμεινε αυτό την κατάσταση για δύο χρόνια ώσπου μετακόμισε με τον παππού και τη γιαγιά της για να μπορεί να διαβάσει με ησυχία και να περάσει στη σχολή που ήθελε. Γι' αυτό ήταν τόσο κτητική με το διαμέρισμα. Ήταν κάτι δικό της και ξαφνικά δεν το ένιωθε έτσι.

Άφησαν να περάσει μισή ώρα και σηκώθηκαν τελικά γιατί η φασαρία δεν είχε τελειωμό. Μόλις τους είδε η Σία, χαμογέλασε με εκείνο το ψεύτικο απολογητικό μειδίαμα που έκανε έξαλλη την Αμέλια.

«Αχ ξυπνήσατε!» Αγνόησε το άγριο βλέμμα της κόρης της. «Ελπίζω να μη σας ξύπνησα εγώ! Είπα να κάνω καμία δουλειά γιατί η κουζίνα ήταν λίγο...» Δεν αποτέλειωσε τη φράση της, έκανε μια κίνηση με το χέρι σα να έδιωχνε μύγα και χαμογέλασε δείχνοντας όλα τα δόντια της. «Χρειάζεται ένα καλό καθάρισμα το διαμέρισμα», συμπλήρωσε μελιστάλαχτα.

«Μιας κι είσαι εδώ, γιατί δεν το κάνεις εσύ;» ρώτησε χαμογελώντας η Αμέλια.

«Εγώ;»

«Ναι, έτσι κι αλλιώς εσύ όλα τα κάνεις καλύτερα από μένα, άρα θα το καθαρίσεις και καλύτερα. Να σου πω που έχω τα καθαριστικά μου;»

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναHistorias para obsesionarse. Descúbrelo ahora