Κεφάλαιο 16.

561 106 36
                                        

Η διάθεση του Τριστάν εξαφανίστηκε μόλις του γύρισε την πλάτη η Αμέλια. Η μοίρα είχε έναν πολύ περίεργο τρόπο να παίζει τα παιχνίδια της. Θύμωσε με τον εαυτό του, ένα πράγμα είπε όταν συμφώνησε με την Αμέλια να τη βοηθήσει, πως δε θα άφηνε την καρδιά του ανοιχτή, μα αυτό το καραμελένιο κορίτσι με τα δοντάκια που θύμιζαν όμορφο κουνέλι, έκλεψε το κλειδί πριν καταφέρει καν να το κρύψει. Πόσο άδικο ήταν και για τους δύο τους το γεγονός πως συναντήθηκαν αυτή την εποχή. Σίγουρα υπό τις κατάλληλες συνθήκες οι δυο τους θα άνθιζαν μαζί. Είχε ακόμα τη γεύση του φιλιού της στο στόμα και το σώμα του έτρεμε ήδη από τη στέρηση. Ίσως θα ήταν πιο σωστό αν συμφωνούσε στην πρότασή της να φύγει, να πουν ότι χώρισαν, αλλά το στομάχι του σφιγγόταν στη σκέψη πως θα την άφηνε μόνη της με αυτή την οικογένεια από την κόλαση.

Το ραντεβού του με τον Επιθεωρητή ήταν σε μια ώρα κι έπρεπε να βρει κάτι να κάνει ως τότε. Δεν τόλμησε να περάσει παραπάνω χρόνο με την Αμέλια γιατί θα έπαιρνε πίσω ό,τι είπαν και θα έμπαινε σε μεγαλύτερους μπελάδες. Προτίμησε να πάει στο μέρος όπου κουρευόταν γιατί έπρεπε να βγάλει φωτογραφία για την ταυτότητα και τα μούσια σίγουρα δε θα τον κολάκευαν. Ήταν ώρα να σουλουπωθεί. Χαιρέτησε τον Μισέλ από μακριά κι εκείνος έσπευσε να πλησιάσει χαρούμενος που τον έβλεπε πάλι.

«Τόσο πολύ σου έλειψα που ήρθες τόσο σύντομα;»

Γέλασε κοφτά. «Ήρθα να με σουλουπώσεις γιατί θα βγάλω νέα ταυτότητα».

«Άρα, καλό κούρεμα και ξύρισμα. Αμέσως!» Άρχισε να τον περιποιείται ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές μέσα από τον καθρέφτη. Ήταν χαμένος στις σκέψεις του κι όλες είχαν να κάνουν με το πως θα έβρισκε έναν τρόπο να μείνει στο Παρίσι. «Πρέπει να σε βασανίζει κάτι πολύ για να είσαι έτσι σιωπηλός. Τι έπαθες; Δεν πιστεύω να κλαίγεσαι που σε πέταξε έξω η σκύλα;»

Σήκωσε τα μάτια του πάνω στη μορφή του Μισέλ που στεκόταν πίσω του και έκοβε τούφες από τα μαλλιά του.

«Φεύγω για Νάντη μετά τα Χριστούγεννα. Θα δουλέψω για τον πατέρα μου».

Ο Μισέλ άφησε κάτω το ψαλίδι και γύρισε με δύναμη την καρέκλα προς το μέρος του για να αντικρίσει τον Τριστάν και να τον κοιτάξει στα μάτια.

«Σε απείλησε;»

Γέλασε με την καρδιά του. Ο Μισέλ με τα ροζ μαλλιά και το λευκό δέρμα ήταν σαν ξωτικό και σίγουρα όχι ο τύπος ανθρώπου που ο πατέρας σου εκτιμούσε. Όταν συναντήθηκαν σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι, έπαθε σοκ με το γεγονός πως ένας άντρας περιποιούταν τόσο πολύ τον εαυτό του, ενώ έβαφε τα μαλλιά του σε έντονα χρώματα. Δεν συμπάθησαν πολύ ο ένας τον άλλον, αλλά τουλάχιστον σεβάστηκε το γεγονός πως ο γιος του είχε μια καλή σχέση μαζί του.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναStories to obsess over. Discover now