Κεφάλαιο 22.

623 103 45
                                        

Τα μελομακάρονα μύριζαν υπέροχα κι ήταν τοποθετημένα προσεκτικά σε μια πιατέλα. Παρήγγειλαν φαγητό γιατί δεν πρόλαβαν να μαγειρέψουν και όλοι τους, εκτός της Σίας, ήταν καθισμένοι γύρω από το τραπέζι και έτρωγαν, μιλώντας για οτιδήποτε τους κατέβαινε στο κεφάλι. Σαν οικογένεια. Πόσο παράξενο της φαινόταν, ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που ένιωθε αυτή τη θαλπωρή. Της έλειπε. Μπορεί ο παππούς και η γιαγιά της να της χάριζαν όλη την αγάπη τους αλλά ήθελε να κερδίσει και την αγάπη των γονιών της. Ήθελε να την κοιτάζουν όπως την κοιτούσε εκείνη τη στιγμή ο πατέρας της που ήξερε πως έχασε πολλές τέτοιες όμορφες στιγμές μαζί της, γιατί ήταν ένας δειλός που δεν μπορούσε να υψώσει τη φωνή του. Οι ενοχές τον κατάτρωγαν κι ενώ μερικές φορές η Αμέλια ένιωθε λύπη, κατά βάθος ήταν ευχαριστημένη που πονούσε γιατί ένιωθε ακριβώς τον ίδιο πόνο μ' εκείνη. Πόσο άσχημο ακουγόταν, μα ήταν τόσο αληθινά τα συναισθήματά της και βαρέθηκε πια να τα κρύβει.

«Εσύ, Τριστάν, δε θα κάνεις γιορτές με την οικογένειά σου;» τον ρώτησε ο πατέρας της και η Αμέλια δαγκώθηκε όταν ένιωσε το χέρι του στο γόνατό της, να της χαρίζει ένα ζεστό χάδι που ξυπνούσε μέσα της τον πόθο, όπως μόνο αυτός ήξερε να τον ξυπνάει.

«Μετά τα Χριστούγεννα θα πάω στη Νάντη να τους δω», απάντησε καλοσυνάτα. Η Αμέλια παραλίγο να γκρινιάξει όταν τράβηξε το χέρι του μακριά.

«Και τι δουλειά κάνεις;»

Ένα χαμόγελο ξέφυγε της Αμέλια που ο πατέρας της έκανε ανάκριση στον σύντροφό της, όπως θα έκανε κάθε πατέρας που σεβόταν τον εαυτό του. Άργησε λιγάκι αλλά δεν μπόρεσε να μην αισθανθεί σαν κοριτσάκι που έβγαινε πρώτη φορά ραντεβού. Όλα όσα στερήθηκε τα ζούσε ξαφνικά μέσα σε μερικές μέρες και ήταν δύσκολο να το διαχειριστεί μερικές φορές.

«Ξεκινάω τη νέα μου δουλειά με τη νέα χρονιά, είναι λιγάκι δύσκολο να σας εξηγήσω τι θα κάνω, αλλά είναι κάτι με το οποίο θα χαρώ να απασχοληθώ», χαμογέλασε.

Δεν ήθελε να τους πει ότι θα φύγει από το Παρίσι, πως θα περνούσε μία στο τόσο από εκεί, πως δε θα έβλεπε συχνά την Αμέλια και πως ίσως με τον καιρό θα χάνονταν γιατί έτσι γινόταν όταν έμπαινε μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν ήθελε να του πει πως δε θα την ξεχνούσε ποτέ και πως θα γινόταν ο ένας για τον άλλον ένα μεγάλο απωθημένο. Δεν ήθελε να τα πει ούτε στον εαυτό του όλα αυτά γιατί του ήταν ήδη τραγικά δύσκολο να σκέφτεται τη μέρα που θα έμπαινε στο αεροπλάνο για τη Νάντη και θα την άφηνε πίσω του.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναHistorias para obsesionarse. Descúbrelo ahora