Η ταραχή που της δημιούργησαν τα λόγια του πατέρα της, κράτησε μέρες. Κατάφερε να αποφύγει την οικογένειά της για αρκετές ώρες, αφού έτρεχαν με τον Πιέρ σε δουλειές, αλλά αυτά τα λόγια κολυμπούσαν μέσα στο μυαλό της ασταμάτητα. Έκαναν κύκλους και μετά μεγάλες βουτιές για να μείνουν το υποσυνείδητό της για πάντα. Την ξυπνούσαν το βράδυ, τη γέμιζαν με περισσότερες τύψεις αν και δε θα έπρεπε να τις αφήνει να την ταράζουν. Μα έτσι λειτουργούσε η Αμέλια, πάντα βάραινε τον εαυτό της με πράγματα που δε θα έπρεπε να την αφορούν καν γιατί η ευαισθησία της ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της, αλλά και η Αχίλλειος πτέρνα της ταυτόχρονα.
Το μόνο πράγμα που την ηρεμούσε ήταν η ανάσα του Τριστάν που κοιμόταν δίπλα της ήρεμος. Φαινομενικά ήρεμος γιατί μπορούσε να δει καθαρά πως κάτι τον βασάνιζε. Της έλεγε πως την παρατηρούσε και τη γνώριζε, αλλά το ίδιο έπραττε και η ίδια κυρίως γιατί δεν ανοιγόταν τόσο εύκολα όσο εκείνη. Κάθε φορά που μιλούσε με τον πατέρα του χανόταν μέσα στους λαβύρινθους του μυαλού του για ώρα αλλά όταν τον ρωτούσε αν ήταν καλά, η απάντησή του ήταν πάντα μια: είμαι μια χαρά, μην ανησυχείς για μένα. Εγώ πάντα βρίσκω λύσεις στο τέλος. Μην ανησυχείς... μα ανησυχούσε γιατί τον νοιαζόταν πολύ κι όταν του το έλεγε, απλά τη φιλούσε τρυφερά και χαμογελούσε λες και αυτό του έφτανε. Δεν ανοιγόταν εύκολα. Ανέβαζε κάτι απροσπέλαστα τοίχοι πού και πού, που την κρατούσαν σε απόσταση. Άραγε αυτό εννοούσε η Σοφί όταν της έλεγε πως ήταν δύσκολος άνθρωπος; Μπορεί... αλλά όλα τα κάστρα πέφτουν κάποια στιγμή και ήταν σίγουρη πως θα έριχνε και το δικό του.
Σηκώθηκε από τον καναπέ όσο πιο σιγά μπορούσε για να μην τον ξυπνήσει και πήγε ως την κουζίνα περπατώντας στις μύτες των ποδιών της. Γέλασε με τον εαυτό της γιατί όσο έψαχνε να βρει το παγωτό στην κατάψυξη, σκεφτόταν πως έπρεπε να φτιάξει μελομακάρονα γιατί αλλιώς δε θα ένιωθε σα να γιόρταζε Χριστούγεννα. Έκανε κάθε χρόνο λίγα για εκείνη και τη Βανέσα, που τα λάτρευε, και ήταν ώρα να βγάλει τα υλικά της και να κάνει τα μαγικά της. Το πρωί θα ξεκινούσε σιγά-σιγά, θα ζητούσε από τον Τριστάν να τη βοηθήσει και θα περνούσαν λίγη ώρα μαζί. Μέχρι τότε, χρειαζόταν να χαθεί μέσα σε ένα λίτρο παγωτό με γεύση φιστίκι που αγόραζε από μια ιταλική τζελατερία στην καρδιά του Παρισιού. Πήρε ένα κουτάλι και κάθισε οκλαδόν στο χαλί, πίσω από τον πάγκο για να μη φαίνεται.
Άρχισε να τρώει αφηρημένα με τη σκέψη της να γυρνάει ξανά και ξανά στη μητέρα της. Της φερόταν έτσι γιατί όταν ήταν μωρό προτιμούσε τον πατέρα της; Ποια μάνα αντιδράει έτσι; Ποτέ δεν αισθάνθηκε να δένεται μαζί της αλλά ποιανού το φταίξιμο ήταν αυτό; Η γιαγιά της έλεγε πάντα πως η αύρα της κόρης της δεν ταίριαζε με κανενός και πως δε θα έπρεπε να τρέφει τύψεις επειδή δεν ήταν κοντά σαν άλλες μάνες με τις κόρες τους, αλλά τώρα σκεφτόταν πως ίσως να έφταιγε λιγάκι που την απομάκρυνε από κοντά της.
ESTÁS LEYENDO
Συνέβη εκείνα τα Χριστούγεννα
RomanceΝόμιζε πως τα προηγούμενα Χριστούγεννα ήταν τα χειρότερα της ζωής της κι αυτό γιατί δεν γνώριζε τι της επιφύλασσαν τα φετινά... Μόνο Χαρούμενα πράγματα συμβαίνουν στην Αμέλια την περίοδο των Χριστουγέννων, εκτός από εκείνα τα Χριστούγεννα που αντί...
