Κεφάλαιο 11.

473 106 59
                                        

Το ταξί σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία της. Η οικογένειά της περίμενε ήδη εκεί, μαζί με τον Πιέρ, γελώντας με κάτι που έλεγε με πολύ θεατρικό τρόπο η Αγάπη. Δεν έδωσαν καν σημασία στο αυτοκίνητο που σταμάτησε δίπλα τους, ούτε σ' εκείνη και τον Τριστάν που βγήκαν από μέσα. Έτρεμε ολόκληρη. Ένιωσε το χέρι του πάνω στην πλάτη της, σα να της έλεγε πως ήταν εκεί για να τη στηρίξει, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Φόρεσε το ομορφότερο χαμόγελό της καθώς τους πλησίαζε, νιώθοντας όλους του μυς του προσώπου της να την πονάνε. Η συζήτηση που είχαν σταμάτησε απότομα και δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν ήταν γιατί μιλούσαν για εκείνη. Ικανούς τους είχε.

Η μητέρα της πλησίασε και τη φίλησε και στα δύο μάγουλα, χωρίς να την αγγίξει πραγματικά, με τα χέρια της στους ώμους της Αμέλια λες και ήθελε να βεβαιωθεί πως δε θα έκανε κίνηση να της ξεφύγει.

«Δεν τα έφτιαξες τα δόντια σου, τελικά, ε;»

Σάστισε. Πέρασε απευθείας στην επίθεση χωρίς να ρωτήσει πρώτα καν αν ήταν καλά. Βρήκε κάτι αρνητικό να πει μεμιάς.

«Ποια δόντια μου, μητέρα;»

«Αυτά τα μπροστινά που δεν είναι ίσια», χαχάνισε η Σία, δείχνοντας τα δικά της δόντια που ήταν ολόισια.

«Έτσι ήταν πάντα, μοιάζουν με της γιαγιάς, γιατί να τα αλλάξω;»

«Έλεγα πως θα ήθελες πιο όμορφο χαμόγελο, σαν της Αγάπης...»

«Για ποιο θέμα μιλάτε;» ρώτησε ο Τριστάν, που παρατήρησε το έκπληκτο, αλλά και πληγωμένο, ύφος της Αμέλια.

«Για τα μπροστινά μου δόντια, δεν αρέσουν στη μητέρα μου», απάντησε στα αγγλικά, με το πιο αστραφτερό χαμόγελο που μπορούσε να έχει, τη δεδομένη στιγμή.

«Αμέλια, αν πειράξεις τα δόντια σου θα σε χωρίσω», πετάχτηκε ο Τριστάν, τόσο σοβαρός, που νόμισε πως όντως ήταν σε σχέση μαζί του. «Αυτά τα δόντια κάνουν το χαμόγελό σου όμορφο. Είσαι το γλυκό μου κουνέλι, δε θα μου αρέσεις χωρίς αυτά τα δόντια», συνέχισε με πάθος.

Κρατήθηκε με το ζόρι για να μη βάλει τα χέρια και δέχτηκε το φιλί που της άφησε στο μάγουλο πριν την τραβήξει κοντά του για να την αγκαλιάσει προστατευτικά.

«Λυπάμαι, μητέρα, τα δόντια θα παραμείνουν ως έχουν. Δε θέλω να με παρατήσει ο Τριστάν», αναστέναξε δυνατά.

«Έχω ψύχωση με αυτά τα δόντια», πήρε το λόγο εκείνος, και φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της, προκαλώντας της ένα γλυκό συναίσθημα ζεστασιάς που είχε τόσο ανάγκη.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναStories to obsess over. Discover now