Κεφάλαιο 8.

595 102 27
                                        

Μία ώρα αργότερα κατέβαιναν από το λεωφορείο, στη στάση κοντά στη δουλειά της Αμέλια. Το κρύο ήταν αβάσταχτο εκείνο το πρωινό και ήταν και οι δύο ντυμένοι ζεστά, με τα μεγάλα κασκόλ τους, τα σκουφιά τους και τα γάντια τους, ενώ μιλούσαν για ώρα για τον χειμώνα και την προσμονή χιονιού που τόσο αγαπούσαν. Ο Τριστάν δεν έλεγε ψέματα όταν της είπε πως αγαπούσε την επαφή. Έβρισκε λόγους να την αγγίζει συχνά, είτε ακουμπώντας το χέρι του στην πλάτη της για να την καθοδηγήσει ή κρατώντας το χέρι της σφιχτά για να μην την χάσει. Πολλές φορές τιναζόταν στο άγγιγμά του αλλά το συνήθιζε αμέσως και μετά το αναζητούσε. Της άρεσε. Της έλειπε και δεν το ήξερε.

Ανέβηκαν ως τα γραφεία και η Αμέλια του έδειξε που ήταν το δικό της. Κοιτούσε γύρω της νοσταλγικά, κάτι που δεν ξέφυγε του Τριστάν. Η αγαπημένη του ασχολία ήταν να την παρατηρεί και να μαθαίνει τις εκφράσεις και αντιδράσεις της και εκείνη την ώρα, η Αμέλια δεν ήταν καλά. Κάτι τη βασάνιζε.

«Τι σκέφτεσαι;» ψιθύρισε στο αυτί της.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της ώστε να ευχαριστηθεί τη ζεστή του ανάσα που χάιδεψε το δέρμα της, αλλά σύντομα συνήλθε και μάλωσε τον εαυτό της που δεν προστάτευε τον εαυτό της, τα συναισθήματά της, την καρδιά της...

«Πόσο αγαπώ αυτή τη δουλειά», απάντησε και μετακινήθηκε λίγο παραπέρα, όσο πιο διακριτικά μπορούσε. «Μου έλεγαν πως ήταν τρέλα να φύγω από την Ελλάδα, από μια σίγουρη δουλειά, για να έρθω να δουλέψω εδώ αλλά ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρα ποτέ στη ζωή μου. Και τώρα...»

Έκανε μια παύση που του τράβηξε την προσοχή. Πλησίασε κοντά της, αλλά κράτησε μια μικρή απόσταση γιατί κατάλαβε πως προτιμούσε να υπάρχει μια μικρή απόσταση ανάμεσά τους, κι έγειρε ελαφρώς προς το μέρος της.

«Χάθηκες στις σκέψεις σου. Θες να τις μοιραστείς μαζί μου;» ψιθύρισε.

Η Αμέλια χαχάνισε. «Ναι, το αφεντικό μου θα βγει στη σύνταξη και θα πουλήσει το γραφείο», απάντησε λυπημένη. Άκουσε έναν λυγμό από πίσω της. Στράφηκε προς τα εκεί απότομα κι είδε την Βανέσα να κοιτάζει τρομοκρατημένη. Δεν είχε πάρει χαμπάρι πως στέκονταν έξω από τις τουαλέτες και σίγουρα δεν περίμενε η φίλη της να μάθει την αλήθεια με τέτοιο τρόπο. «Βι...»

«Είναι αλήθεια;» ρώτησε, η φωνή της μια στάλα πιο δυνατή απ' όσο θα έπρεπε.

Η Αμέλια δεν έχασε χρόνο. Την τράβηξε από το χέρι ως την κουζίνα που ήταν άδεια κι έκανε νόημα στον Τριστάν να τις ακολουθήσει, ενώ πάσχιζε να ηρεμήσει τη Βανέσα που μονολογούσε τρομαγμένη με την προοπτική πως μπορεί να έχανε τη δουλειά της.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναМесто, где живут истории. Откройте их для себя