Κεφάλαιο 4.

503 103 30
                                        

Το πανδοχείο που βρισκόταν μόλις πέντε λεπτά μακριά από το σπίτι της, δεν ήταν το χειρότερο που υπήρχε στην περιοχή, αλλά σαφώς και δεν ήταν από εκείνα τα μέρη που θα διάλεγε πρώτο κάποιος για να μείνει. Μα δεδομένης της κατάστασης που βρέθηκε, ο Τριστάν βρήκε το δωμάτιό του υπέροχο κι ας μύριζε τσιγάρο. Τουλάχιστον τα σεντόνια ήταν καθαρά. Δε δέχτηκε, παρόλ' αυτά, να του πληρώσει περισσότερο από ένα βράδυ εκεί γιατί ήλπιζε πως θα κρατούσε τα χαρτιά του στα χέρια του σύντομα. Ευτυχώς είχε κρυμμένο ένα ποσό μέσα στα ρούχα του που θα τον έβγαζε για μια εβδομάδα. Της το είπε αλλά η Αμέλια έκανε πως δεν άκουσε και του πλήρωσε τη διαμονή έτσι κι αλλιώς.

Την παρατήρησε καθώς μιλούσε με την ιδιοκτήτρια και της εξηγούσε την κατάσταση. Μαλλιά στο χρώμα της καραμέλας, μάτια ζεστά κι ένα χαμόγελο που έσταζε γλύκα με τα δύο μπροστά της δόντια να είναι ελαφρώς πιο μακριά από τα άλλα. Ξαφνιάστηκε γιατί ήταν όμορφη, διαφορετική, αυθεντική θα μπορούσε να πει και της έλειπε αυτό το δήθεν που κουβαλούσαν οι Παριζιάνες. Αυτό που τον ξάφνιαζε, όμως, δεν ήταν η ομορφιά της αλλά το γεγονός πως δεν συνειδητοποιούσε το γεγονός πως ξεχώριζε.

Το δωμάτιό του βρισκόταν στον τρίτο όροφο. Μπήκαν στον ανελκυστήρα που με το ζόρι χωρούσε δύο άτομα και στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Υπήρχε μια περίεργη ατμόσφαιρα μεταξύ τους, ηλεκτρισμένη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι ματιές που αντάλλαζαν ήταν έντονες και τους φάνηκε πως πήρε πολλή ώρα μέχρι να σταματήσει ο ανελκυστήρας στον όροφό τους. Αντέδρασαν και οι δύο σα να βγήκαν από όνειρο, όταν ένιωσαν το τράνταγμα και η Αμέλια βιάστηκε να βγει πρώτη έξω. Η καρδιά της έτρεχε σαν τρελή. Έκλεισε λίγο τα μάτια όταν πέρασε από δίπλα της, για να μυρίσει το άρωμά του. Δεν είχε ιδέα τι την έπιασε αλλά σίγουρα συμπεριφερόταν περίεργα.

Μπήκαν στο δωμάτιο και έριξαν μια ματιά τριγύρω, με τις κινήσεις τους τόσο συντονισμένες, λες κι έκαναν συγχρονισμένη κολύμβηση.

«Ωραία, δεν το λες και πέντε αστέρων», έκανε μια γκριμάτσα, κι έριξε μια ματιά στο μπάνιο. «Είναι καθαρό, μυρίζει χλωρίνη».

«Είναι ό,τι πρέπει, Αμέλια, είναι υπέρ αρκετό», τη διαβεβαίωσε.

Στάθηκε κοντά του ρίχνοντας νευρικά το βάρος της πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο ώσπου ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να βρει μια κάρτα με τα στοιχεία της. Έγραψε το κινητό της στο πίσω μέρος και του την έδωσε αγνοώντας την έκπληξή του.

Συνέβη εκείνα τα ΧριστούγενναМесто, где живут истории. Откройте их для себя