Άνοιξα τα μάτια μου σιγά σιγά μα οι αναμνήσεις ήρθαν σαν αστραπή στο μυαλό μου και τα δάκρυα εμφανίστηκαν στο πρόσωπο μου!
-ΕΛΠΊΔΑ! ούρλιαξα και ο Μάνος μπήκε αμέσως μέσα στο δωμάτιο
-Μωρό μου ηρέμησε σε παρακαλώ! μου είπε κρατώντας το χέρι μου απαλά
-Η Ελπίδα Μάνο! Που είναι η Ελπίδα?
-Κάνουμε ότι μπορούμε! είπε ένας αστυνομικός που στεκόταν στην πόρτα
Ξέσπασα σε κλάματα στην αγκαλιά του Μάνου μα αποφάσισα πως πρέπει να φανώ δυνατή για την κόρη μου!
Οι αστυνομικοί είχαν περικυκλώσει το σπίτι, ήταν σαν να βρισκόμουν σε σκηνή βγαλμένη από ταινία. Η καρδιά μου αν μπορούσε θα έβγαινε και θα έσκιζε την σάρκα μου από τους γρήγορους παλμούς. Έβλεπα τον θυμό στα μάτια του Μάνου, ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του όπως και εγώ με τον δικό μου. Τον πλησίασα και του κράτησα σφιχτά το χέρι.
-Θα την βρούμε! είπα ελπίζοντας
-Το ξέρω μάτια μου! Θα την φέρω πίσω ο κόσμος να χαλάσει! είπε και μου φίλησε το χέρι.
Περπατούσα δεξιά και αριστερά, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα και όμως ήθελα να βοηθήσω, ήθελα να μπορούσα να κάνω κάτι.
Ανέβηκα πάνω στο υπνοδωμάτιο μου και ξάπλωσα με ανοιχτά τα μάτια, δεν μπορούσα να κλείσω μάτι Όταν το κινητό μου άρχισε να χτυπά! Μέσα στην ταραχή μου το σήκωσα αμέσως!
-Παρακαλώ!?
-Άσε τα παρακαλώ και άκου προσεκτικά! είπε μια αντρική βαριά φωνή κάνοντας τα χέρια μου να τρέμουν
-Μάλιστα! ήξερα ότι είχε να κάνει με το παιδί μου, το ένιωθα
-Τα μεσάνυχτα θα σε περιμένω στο γκαράζ της εταιρείας με την Ελπίδα! Αν θες να την δεις ζωντανή, έλα μόνη σου και μην μιλήσεις σε κανέναν! είπε και μου το έκλεισε στα μούτρα
Κοίταξα γύρω μου, όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά και οι κουρτίνες το ίδιο, έπρεπε να πάω εκεί. Έβγαλα μαύρα φαρδιά ρούχα και τα έβαλα μέσα σε μια σακουλα. Κατέβηκα κάτω και όλοι γύρισαν να με κοιτάξουν.
-Που πάτε? με ρώτησε ο αστυνομικός
-Δεν είμαι καλά, πάω να περπατήσω!
-Να σας συνοδέψω?!
-ΌΧΙ! Δεν είναι δουλειά σας! λέω θυμωμένα
-Όπως θέλετε!
Μου είπε και γρήγορα βγήκα από το σπίτι, περπατούσα για λίγες ώρες ώσπου να βραδιάσει και χωρίς αυτοκίνητο όπως ήμουν πήγα πίσω από μια πολυκατοικία και άλλαξα ρούχα. Ήμουν από πάνω μέχρι κάτω κατάμαυρη και το πρόσωπο μου καλυμμένο, όσο πλησιάζα στην εταιρεία τόσο περισσότερο χτυπούσε η καρδιά μου μα δεν το άφησα να φανεί.
Πέρασα την μεγάλη είσοδο και κοίταξα δεξιά και αριστερά πολύ γρήγορα. Κανείς δεν ήταν εκεί και το μέρος ήταν άδειο. Προχώρησα πιο μέσα, και μετά από λίγο ακόμη πιο μέσα όταν πια ήμουν στο κέντρο!
-ΕΛΠΊΔΑ? φώναξα μα καμία απάντηση
Προχώρησα προς την έξοδο διστακτικά όταν εμφανίστηκε μπροστά μου ένας γυμνασμένος πανύψηλος άντρας με πλούσια κάστανα μαλλιά και μάτια!
-Για που το έβαλες? με ρωτάει με ένα πονηρό χαμόγελο
-Που είναι το παιδί μου?
-Μια χαρά είναι το παιδί σου! Εσύ δεν είσαι καλά! λέει καθώς με αργά βήματα με πλησιάζει και εγώ πηγαίνω εξίσου αργά προς τα πίσω
-Τι θέλεις επιτέλους, ήρθα, δώσε μου την κόρη μου!
-Πρώτα θα πάρω κάτι από εσένα! λέει και με πιάνει ξαφνικά από τον καρπό του χεριού μου τόσο δυνατά που άρχισα να δακρύζω σιωπηλά
-Δεν θα πάρεις από μένα τίποτα κάθαρμα! λέω με μίσος μέσα από τα δόντια μου
-ΠΕΡΠΑΤΑ ΚΑΙ ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ! μου φωνάζει καθώς με σέρνει ως το μαύρο αυτοκίνητο λίγο πιο πέρα
-Άσε με σου λέω, δώσε μου την κόρη μου! ΜΕ ΠΟΝΆΣ!
Κλειδώνει τις πίσω θέσης ενώ βάζει μπρος και φεύγουμε
-ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΎΕΙ ΚΑΝΕΙΣ???
-ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ!
-ΕΣΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΣ ΣΚΑΡΤΕ! ΒΓΑΛΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ!
Άκουσα τα πλήκτρα στο κινητό του και μετά από λίγο άρχισε να μιλάει.
-Ναι όλα τέλεια, την έχω πίσω!.....Ναι!.....Μόλις φτάσω θα σε πάρω!.....Πρόσεχε την!
Το τηλέφωνο έκλεισε και εκείνος γύρισε πίσω ελαφρά.
-Τώρα είσαι δική μου! ψιθύρισε
YOU ARE READING
Μη μ' αφήνεις
RomanceΗ Εύα είναι 25 ετών, ζει στο Λονδίνο μόνη της, αφού οι γονείς της έχουν πεθάνει. Είναι σχεδιάστρια και παράλληλα μοντέλο σε μια από της πιο γνωστές εταιρείες εσωρούχων. Είναι απίστευτα καλή στην δουλειά της, κοινωνική, πανέμορφη και φυσικά πανέξυπνη...
