27º κεφάλαια

8.8K 283 21
                                        

Δεν αισθανόμουν το σώμα μου! Προσπάθησα να μετακινήσω το κεφάλι μου μα τα καλώδια με εμπόδιζαν και έτσι έκατσα σιωπηλά στην θέση μου!
Μετά από ένα εικοσάλεπτο η πόρτα άνοιξε και μια νοσοκόμα μπήκε μέσα μα όταν είδε πως είχα ξυπνήσει βγήκε ταραγμένη έξω από το δωμάτιο.

Είχα κλειστά για λίγο τα μάτια μου όταν άρχισα να νιώθω ζεστά βήματα να πλησιάζουν και μια σκιά να κάθεται από πάνω μου. Άνοιξα τα μάτια μου σιγά σιγά.

-Μάνο? είπα αδύναμα

-Πώς νιώθεις καρδιά μου!

-Που είναι? συνέχισα αδύναμα μα σοβαρά

-Λυπάμαι Εύα! είπε κοιτώντας το πάτωμα

-Ο...όχι! ξέσπασα σε σιγανά ποταμάκια από τα δάκρυα μου

-Φύγε! είπα χωρίς να τον κοιτάω

-Σ' αγαπ....!

-Απλά φύγε! είπα έχοντας χάση κάθε υπομονή όμως δεν ήθελα να ρίξω το επίπεδο μου

-Είμαι εδώ για σένα!

Δεν του απάντησα κι συνέχισα να κοιτάω το πάτωμα! Το έκανε, διάλεξε εμένα πάνω από το παιδί μας. Δεν το χωράει το μυαλό μου! Πως μπόρεσε να διαλέξει εμένα?! Πως μπόρεσε!

Σηκώθηκα ελαφρά στην προσπάθεια μου να φύγω από αυτό το μέρος! Κοίταξα στο παράθυρο, όλα έξω ήταν σκοτεινά, πρέπει να ήταν κοντά μεσάνυχτα! Μάζεψα δυνάμεις και με μια κίνηση έβγαλα όλες τις βελόνες και τους όρους από πάνω μου! Το δεξί μου χέρι άρχισε να αιμοσταγή σιγά σιγά και μικρές κηλίδες αίματος στόλισαν τα λευκά πλακάκια!

Σηκώθηκα γρήγορα και έβαλα τα ρούχα μου, που ήταν στην ντουλάπα απέναντι μου και τα παπούτσια μου. Βγήκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και λόγο της νύχτας βγήκα πολύ εύκολα χωρίς να γίνω αντιληπτή.

Μπορεί να ήμουν κουρασμένη όμως θυμώνουν πολύ καλά το μέρος που ήμουν με την Ελένη! Θα την κάνω να πληρώσει! Θα μετανιώσει, και αυτή και ο Μάνος! Μου κατέστρεψαν την ζωή, μου σκότωσαν την μοναδική ελπίδα που είχα για να αναπνέω!

Περπατούσα για ώρες και όλο και σκοτείνιαζε, ένιωθα πώς το πρωί δεν θα έρθει ποτέ!

Είχα επιτέλους φτάσει στο σπίτι της. Κρύφτηκα πίσω στον κήπο της και μόλις εντόπισα μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα δεν μπόρεσα να χάσω ευκαιρία και είχα πλέον μπει στο σπίτι της! Τώρα δεν υπάρχει γυρισμός!! Όλα ήταν σκοτεινά ως που τα μάτια μου προσαρμόστηκαν στον φωτισμό και άρχισα να κινούμε άνετα στο χώρο!

Μετά από λίγα λεπτά η πόρτα της εισόδου άνοιξε και χαμόγελα αντήχησαν σε όλο το σπίτι! Κρύφτηκα στο μπάνιο και περίμενα υπομονετικά. Ο θυμός κυλούσε στις φλέβες μου και τα μάτια μου ένιωθα να έχουν κοκκινίσει.

Ένιωθα τα βήματα της να πλησιάζουν και άρχισα να ψάχνω κάτι για να αμυνθώ. Έβγαλα την άκρη της σφουγγαρίστρας και κράτησα αποφασισμένη το κοντάρι. Σιγά σιγά η πόρτα άνοιξε και τα φώτα άνοιξαν, μπήκε μέσα γελώντας και άρχισε να ρίχνει νερό στο πρόσωπο της. Πήρε μια πετσέτα και σκουπίστηκε όταν με είδε πίσω της και ξαφνιάστηκε!

-Εσύ..! είπε με θυμωμένο βλέμμα

Όρμησα πάνω της και με το κοντάρι την χτύπησα στο κεφάλι. Φάνηκε να πονέσε μα δεν το έδειξε και σε χρόνο μηδέν άρχισε να τρέχει προς το σαλόνι. Ήμουν ακριβώς από πίσω της τρέχοντας όταν την έπιασα από τον καρπό του ποδιού της και έπεσε ανοίγοντας την μύτη της.

-ΜΩΡΗ ΤΙ ΘΕΣ!? ουρλιάξε μα τίποτα δεν μπορούσε να με επηρέασει από τον στόχο μου

Της τράβηξα το πόδι σέρνοντας την κοντά μου εγκλωβίζοντας ζωντανό δέρμα της μέσα στα νύχια μου. Χωρίς να το περιμένω το πόδι της καταλήγει στο πρόσωπο μου και τα χείλη μου σκίζονται με μιας!

Δεν άφησα λεπτό για σπατάλη, άρπαξα το κοντάρι που είχε βρεθεί στο πάτωμα και εγκλώβισα τον λαιμό της κοντά στο πρόσωπο μου κάνοντας την να αναπνέει όλο και πιο αργά παλεύοντας να ελευθερωθεί!

-Τώρα είμαι αδύναμη? της ψιθύρισα ελκυστικά

-Άσε......μ..εε!

-Έτσι σ'αρέσει....να ουρλιάζεις! ΕΤΣΙ ΌΠΩΣ ΣΚΟΤΩΣΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΊ ΜΟΥ! είπα και το κράτημα μου δυνάμωσε καθώς τα δόντια μου έτριζαν από τον θυμό μου

-Θ...θα πας....φυλα....κη! είπε με περισσότερη δυσκολία

-Εσύ στο χώμα και εγώ στην φυλακή! είπα και δάγκωσα το αφτί της με όσο μίσος είχε απομείνει μέσα μου

-Αααα...ααα!

Αίματα άρχισαν να κυλούν από το στόμα της κάνοντας τα λευκά της δόντια κατακόκκινα και σιγά σιγά η δύναμη της άρχισε να υποχωρεί!

Κοίταξα γύρω μου και αντίκρισα ένα μαχαίρι πάνω στην τραπεζαρία! Έσυρα το σώμα της ως εκεί παλεύοντας ακόμη ώσπου την πέταξα στο πάτωμα! Οι ανάσες τις ήταν γρήγορες και προσπαθούσε να σηκωθεί, μα όταν σηκώθηκε κάρφωσα το μαχαίρι ανάμεσα στην καμπύλη που δημιουργούσε η αδύνατη πλάτη της ξαφνιάζοντας την!

Τα αίματα έτρεχαν ποτάμι και η ψυχή μου πια μπορούσε να ησυχάσει! Σημάδεψα το μαχαίρι στην καρδιά μου και κοίταξα για μια τελευταία φορά την σιχαμένη σορό της.

Όλα θολά και μετά.....τίποτα, σκοτάδι!

Μη μ' αφήνεις Where stories live. Discover now