Κεφάλαιο 7

660 82 27
                                        

Μπαίνω μέσα στα αποδυτήρια και αλλάζω ρούχα φορώντας ένα φαρδύ σορτς μέχρι το γόνατο μαύρο με κόκκινο και μια αμάνικη φαρδιά μαύρη μπλούζα. Ναι το ξέρω πολύ yo men κατάσταση αλλά που να βάλω εγώ τα σορτσάκια -διόρθωση: τα βρακιά- που είναι πάνω από τον κώλο; Όχι τίποτα αλλά θα τρομάξει και ο κόσμος, εγώ αυτούς λυπάμαι.

Τέλος πάντων, πιάνω τα μαλλιά μου έναν απλό κότσο, βάζω τους μαύρους επίδεσμους στα χέρια και βουαλά! Έτοιμη!

Μπρ....ανατρίχιασα. Ναι δεν είναι και πολύ νορμάλ ενώ έξω έχει ανάθεμα εφτά βαθμούς και εδώ δέκα και να είμαι με αυτά τα ρούχα.

Τρίβω τα -στιβαρά (εδώ γελάμε)- μπράτσα μου για να ζεσταθούν και μπαίνω μέσα στο γυμναστήριο.

Μακάρι να αρχίσουμε το ζέσταμα γρήγορα.

Μακάρι να αρχίσουμε το ζέσταμα γρήγορα.

"Περίμενε δέκα λεπτά στον πάγκο μέχρι να τακτοποιήσω κάποια πράγματα και θα αρχίσεις ζέσταμα. "

Τώρα καταλαβαίνω τα στρουφάκια που είναι μπλε.

Βλέπω μια φιγούρα ενός αγοριού να βγαίνει από τον χώρο του γυμναστηρίου.

Μήπως ήταν ο Στέφανος; Γιατί έτσι μου φάνηκε. Μπαα δεν νομίζω.

Κρυώνωωωω...

[...]

Το κουδούνι χτυπάει και φεύγω γρήγορα από το διαμέρισμα γιατί έχω αργήσει.

Κατεβαίνω με μεγάλη ταχύτητα τα σκαλιά και στο τελευταίο σκαλί παραπατάω. Ευτυχώς πιάνω τα κάγκελα δίπλα μου και δεν έπεσα.

Βέβαια ο έξυπνος από έξω δεν έχει σταματήσει να γελάει.

Βγαίνω έξω από την πολυκατοικία ενώ ο άλλος γελάει σαν φώκια ακόμα και του ρίχνω μια στο μπράτσο.

Το αποκρούει. "Μη βαράς, κοντή."

"Κοντό είναι το μάτι σου. "

"Γιατί έχω ωραία ματάκια."

"Θα τα προτιμούσα μαύρα."

"Σαν την ψυχή σου την αγέλαστη." Μου λέει με περίεργη αστεία φωνή και βάζω τα γέλια.

"Ξέρεις, Στέφανε, εννοούσα όλο το μάτι να είναι μαύρο."

"Δαιμονισμένο θα με κάνεις χριστιανή μου;"

Γελάμε και οι δύο. Με τον Στέφανο κάνουμε πολύ παρέα. Κάθε μέρα μαζί πάμε στο σχολείο εδώ και μία εβδομάδα. Σε αντίθεση με τον Νίκο...έχουμε απομακρυνθεί αρκετά. Δεν ξέρω τι έχει. Πρέπει να του μιλήσω.

Αγώνας ΑντοχήςTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang