Το τηλέφωνό της χτυπούσε σαν τρελό και ήταν εκείνο που την έβγαλε από τον ύπνο της. Κοίταξε τριγύρω της σαν χαμένη, ανήμπορη να θυμηθεί καν που βρισκόταν, για μία στιγμή. Το έφερε στο αυτί της λέγοντας ένα βραχνό, ναι, και έριξε μια ματιά στο ρολόι που έλεγε πως ήταν δέκα το πρωί. Εκεί κάπου άρχισε να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα στο μυαλό της. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, στόλισε το σπίτι και κατά τις πέντε κάθισε να ξεκουραστεί αλλά την πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Εντάξει, πλέον είχε ηρεμήσει και η καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή.
«Ναταλία;» άκουσε μια γυναικεία φωνή να λέει το όνομά της.
«Ποιος είναι;» ρώτησε, αφού δεν την αναγνώρισε.
«Η Αλέγκρα είμαι, η αδερφή του Κάρλος». Φοβήθηκε τόσο που την καλούσε εκείνη, που παραλίγο να πέσει από τον καναπέ. Είχε συμβεί κάτι κακό; Δεν τολμούσε να βγάλει άχνα και συνειδητοποίησε πως κρατούσε την ανάσα της, τρομοκρατημένη. «Ζήτησα το νούμερό σου από τον αδερφό μου, ελπίζω να μην πειράζει. Θα ήθελα να πάμε για έναν καφέ, να γνωριστούμε, αν το θες κι εσύ».
Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει φρενιασμένα, σχεδόν αμέσως. Έβρισε άηχα και καθάρισε το λαιμό της, σε μια προσπάθεια να ακουστεί χαλαρή, κι όχι σαν να επρόκειτο να πάθει εγκεφαλικό.
«Αλέγκρα! Συγγνώμη, με έπιασες στην κυριολεξία στον ύπνο...»
«Ω, λυπάμαι αν σε ξύπνησα, υπέθεσα πως θα είχες κοιμηθεί το βράδυ αρκετά και...»
«...χωρίς τον Κάρλος εδώ, δεν με παίρνει ο ύπνος», τη διέκοψε, και άφησε έναν πνιχτό λυγμό, που παραδέχτηκε στην αδερφή του κάτι τέτοιο. «Ω, Θεέ μου, ξέχνα αυτό που μόλις άκουσες!»
Η Αλέγκρα γέλασε καλοσυνάτα. «Όχι πως δεν είμαι περίεργη για το τι εννοείς, αλλά, θα σου κάνω το χατίρι αν περάσεις τη μέρα μαζί μου».
«Είσαι κι εσύ εκβιάστρια σαν τον αδερφό σου!»
«Το 'χει όλη η οικογένεια», καμάρωσε η Αλέγκρα, προκαλώντας της γέλιο. «Σε περιμένω σε μισή ώρα στη Σολ, στο άγαλμα της αρκούδας», συνέχισε και την αποχαιρέτησε, στερώντας της κάθε δικαίωμα να πει όχι.
Η Ναταλία κοίταξε την οθόνη του κινητού της και αναστέναξε δυνατά. «Μάλιστα... Μπουρίτο, σου αφήνω παιχνίδια στο πάτωμα, φρόντισε να μην έρθω και βρω το δέντρο κάτω, στρουμπουλόγατο!»
Ο Μπουρίτο νιαούρισε κι έκανε επίθεση στο χαρτί περιτυλίγματος που βρήκε στο πάτωμα, όσο εκείνη έτρεχε να ετοιμαστεί. Ο καιρός είχε αγριέψει αρκετά, φαινόταν κρύα η μέρα και ο ουρανός είχε μια γκρίζα απόχρωση που σε πολλούς έφερνε κατάθλιψη. Όχι σε εκείνη. Λάτρευε αυτόν τον καιρό γιατί έτσι ένιωθε μέσα της. Γκρίζα, ανταριασμένη, πάντα έτοιμη να ξεσπάσει και να μετατραπεί σε κάτι τρομαχτικό. Κούμπωσε το παλτό της και φόρεσε τον σκούφο της πριν φύγει. Δεν είχε ιδέα τι θα έκανε όλη τη μέρα με την Αλέγκρα, αλλά ανυπομονούσε να τη γνωρίσει καλύτερα.
أنت تقرأ
Άγρυπνες νύχτες στη Μαδρίτη
عاطفيةΗ Ναταλία βρίσκεται ένα μήνα στη Μαδρίτη, εκεί που νιώθει πως ανήκει, αλλά έχει ένα μεγάλο πρόβλημα... δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Κάτι την κρατάει ξύπνια και την αναγκάζει να περνάει το χρόνο της σε ένα καφέ που έχει κάνει στέκι της, τις "Άγρ...
