14.

670 97 23
                                        

Έτρεχαν στο δρόμο για να πάνε στις Άγρυπνες Νύχτες, ώστε να δουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Άκουγαν τις σειρήνες από τη Πλάθα Μαγιόρ κιόλας, να ανακατεύονται μαζί με τις φωνές όσων είχαν βγει βόλτα εκείνη την ώρα. Άνοιξαν το βήμα τους και κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, προσπέρασαν τα πλήθη και έφτασαν με κομμένη την ανάσα κοντά στο μαγαζί. Ο δρόμος ήταν κλειστός και μόνο οι καταστηματάρχες των μαγαζιών εκεί κοντά βρίσκονταν μέσα στο όριο που είχε θέσει η πυροσβεστική και η αστυνομία.

«Συγγνώμη, δουλεύουμε στο μαγαζί που κάηκε, μπορούμε να περάσουμε;» παρακάλεσε έναν νεαρό αστυνομικό, ο Κάρλος, κι εκείνος βλέποντας την απόγνωση στα πρόσωπά τους, τους έκανε νόημα να μπουν κάτω από την κόκκινη ταινία.

«Μην πλησιάσετε πολύ, έχει σβήσει η φωτιά μεν, αλλά ακόμα είναι επικίνδυνα», τους συμβούλεψε και ο Κάρλος τον ευχαρίστησε για την κατανόησή του.

Λίγα μέτρα πιο κάτω βρήκαν τον Φερνάντο, τυλιγμένο με μια κουβέρτα, να μιλάει με έναν πυροσβέστη. Δίπλα του στεκόταν ο Μάριο, ο ιδιοκτήτης του καφέ, που φαινόταν έτοιμος να καταρρεύσει. Πήγαν κοντά τους και ο Φερνάντο έπεσε με φόρα στην αγκαλιά της Ναταλίας, που τον κράτησε πάνω της σφιχτά, ανακουφισμένη που ήταν καλά.

«Ήσουν μέσα;» τον ρώτησε, με τη φωνή να τρέμει από τον τρόμο.

«Όχι, με πήραν τηλέφωνο κι έτρεξα να δω τι γίνεται. Μπήκα μέσα να βοηθήσω λιγάκι...»

«Φερνάντο!»

«Δεν μπορούσα να μην μπω, είμαι ο υπεύθυνος εδώ πέρα, Ναταλία. Έσωσα ό,τι μπορούσα μαζί με τα παιδιά και βγήκαμε πριν γίνει κάτι κακό», της εξήγησε, κουρασμένα. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι έγινε αυτό. Την προηγουμένη βδομάδα κάναμε ελέγχους, η κουζίνα δούλευε τέλεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε», μονολόγησε, χαμένος στις σκέψεις του.

«Από εκεί ξεκίνησε;» πετάχτηκε ο Κάρλος.

«Ναι, κάποιο βραχυκύκλωμα έγινε», απάντησε χαμηλόφωνα.

«Συμβαίνουν αυτά», άκουσαν τον Μάριο να λέει. «Το θετικό είναι πως δεν χτύπησε κανείς». Στράφηκε προς τη Ναταλία που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τις Άγρυπνες Νύχτες που πλέον δεν έμοιαζαν σε τίποτα με το μέρος που είχε αγαπήσει. «Είσαι η νέα κοπέλα, από την Ελλάδα, έτσι δεν είναι;»

Κούνησε το κεφάλι της και έσφιξε το χέρι του. «Δεν ξέρετε πόσο λυπάμαι. Οι Άγρυπνες Νύχτες είχαν γίνει το σπίτι μου από την πρώτη μέρα κιόλας που ήρθα εδώ. Δεν μπορώ να πιστέψω πως συνέβη κάτι τέτοιο...» Ένιωσε το χέρι του Κάρλος στον ώμο της και ηρέμησε μια στάλα. «Τι θα κάνουμε τώρα;» θέλησε να μάθει, κοιτώντας με λαχτάρα τον Μάριο που έδειχνε χαμένος.

Άγρυπνες νύχτες στη ΜαδρίτηWhere stories live. Discover now