16.

609 92 26
                                        

Οι διάδρομοι του νοσοκομείου ήταν γεμάτοι από ανθρώπους που επισκέπτονταν κάποιον δικό τους.

ΗΗξνβδωφσκξκξφγβγφξ (η γάτα μου, η Μανου, θέλει να γίνει συγγραφέας)

Η καρδιά της Ναταλίας σφίχτηκε αφού, οι εικόνες από την περίοδο που ο παππούς της ήταν στο νοσοκομείο, της έφεραν μεγάλη δυσφορία. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως δεν θα πατούσε το πόδι της σε ένα τέτοιο μέρος αν δεν ήταν αναγκαίο, αλλά δεν της έκανε καρδιά να αρνηθεί στον Κάρλος. Την κρατούσε από το χέρι, και το έσφιγγε συχνά, όσο προχωρούσαν προς το δωμάτιο της μητέρας του. Του χαμογέλασε για να του δώσει κουράγιο κι εκείνος της έδειξε που έπρεπε να πάνε.

«Δεν θα μείνουμε πολύ», της υποσχέθηκε αλλά εκείνη έγνεψε αρνητικά.

«Εγώ δεν θα μείνω πολύ, εσύ θα μείνεις όσο χρειαστεί», τον διόρθωσε, χωρίς να του δώσει κανένα περιθώριο να αντιδράσει. «Πρέπει να περάσεις χρόνο μαζί της, μη με κοιτάς έτσι...»

«Και μαζί σου πρέπει να περάσω χρόνο».

«Δεν πρέπει», γέλασε ήρεμα. «Ξέρεις πως το θέλω αλλά καλό είναι να περάσεις όσο περισσότερο χρόνο γίνεται με την οικογένειά σου, στις γιορτές».

Τη φίλησε τρυφερά γνωρίζοντας πως είχε δίκιο. Οι ισορροπίες ήταν λεπτές και κανείς τους δεν ήξερε τι μπορούσε να ξημερώσει την επόμενη μέρα. Ήθελε να είναι με την οικογένειά του, μα ήθελε να είναι και μαζί της.

«Μπορώ να έρχομαι τα βράδια σε σένα;» ρώτησε, διστακτικά, κρατώντας τη φωνή του χαμηλή λες και ντρεπόταν.

«Πάντα», τον διαβεβαίωσε και ο Κάρλος ξεφύσησε ανακουφισμένος πριν την τραβήξει ως το δωμάτιο μαζί του.

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν πως το δωμάτιο της μητέρας του Κάρλος, ήταν γεμάτο με λουλούδια, και με πράγματα από το σπίτι που θα τη βοηθούσαν να κρατήσει επαφή με το ποια ήταν. Μια κορνίζα με μια φωτογραφία της μαζί με τα παιδιά της, η ζακέτα της στα πόδια του κρεβατιού, ένα βιβλίο που δεν μπορούσε να διαβάζει, αλλά σίγουρα ήταν κάτι που αγαπούσε... μικρά, καθημερινά πράγματα που ήταν δικά της. Η τηλεόραση στον απέναντι τοίχο ήταν ανοιχτή με τη φωνή ανεβασμένη τόσο όσο χρειαζόταν για να ακούει μιλιές. Δίπλα στο παράθυρο, πάνω σε μια καρέκλα, είχε πάρει ο ύπνος την άλλη του αδερφή, την Αλέγκρα. Η μητέρα του κοιμόταν κι εκείνη, ήσυχη. Ο Κάρλος πλησίασε την αδερφή του και την ακούμπησε απαλά στο μπράτσο, μα ήταν αρκετό για να τιναχτεί φοβισμένη μέσα από τον ύπνο της.

Άγρυπνες νύχτες στη ΜαδρίτηTempat di mana cerita hidup. Terokai sekarang