Επίλογος

955 106 42
                                        

Το ρολόι έδειχνε ήδη έξι το απόγευμα όταν αποφάσισε να μαζέψει τα πράγματά της και να σχολάσει. Της άρεσε τόσο πολύ η δουλειά της που ξεχνιόταν πολύ συχνά και έμενε παραπάνω ώρες, με το αφεντικό της να τη μαλώνει που αντί να βγαίνει έξω, να ονειρεύεται και να ερωτεύεται, περνούσε όλη τη μέρα της στο γραφείο. Κάθε φορά που του έλεγε πως περνούσε καλά μαζί του, φωτιζόταν το πρόσωπό του. Δύο παιδιά είχε και κανένα δεν ήθελε να δουλέψει μαζί του, κάτι που το είχε παράπονο, παρότι ποτέ του δεν τα πίεσε.

«Ακόμα εδώ είσαι;» τον άκουσε να τη μαλώνει και το χαμόγελό της έφτασε ως τα αυτιά.

«Φεύγω, γκρινιάρη», τον πείραξε. «Τα λέμε παραμονή πρωτοχρονιάς;»

«Σε περιμένουμε στο σπίτι για φαγητό», της υπενθύμισε και η Ναταλία βγήκε από το γραφείο χαρούμενη. Πραγματικά χαρούμενη. Χωρίς μία έγνοια στο νου να τη βαραίνει. Η απόφασή της να μείνει στη Μαδρίτη ήταν η καλύτερη που είχε πάρει ποτέ της. Εκεί είχε βρει μια νέα οικογένεια, φίλους και τον έρωτα...

Το σκεφτόταν συχνά τον Κάρλος. Είχε να τον δει κοντά έξι μήνες γιατί μία μέρα δήλωσε πως έφευγε για να δουλέψει σε ένα ξενοδοχείο κάπου στην Καμπανία, ως σεφ. Ήταν δυο εβδομάδες από τη μέρα που του είπε πως δεν μπορούσε να είναι μαζί του και ενώ όλοι σοκαρίστηκαν, κανείς δεν τον σταμάτησε. Δεν είχαν καμία επικοινωνία κι έπιανε τον εαυτό της να της λείπει πολύ, ειδικά τώρα στις γιορτές, που ήταν και η περίοδος που είχαν γνωριστεί.

Πέρασε απέναντι το πεζοδρόμιο αλλά δεν ανέβηκε πάνω στο άλλο αμέσως. Άκουσε πίσω της μια κόρνα κι έκανε στην άκρη για να περάσει η μηχανή, αλλά ο οδηγός επέμενε να της κορνάρει εκνευρίζοντάς την.

«Τόσο δρόμο έχεις, δεν σου φτάνει;» του είπε, μέσα στα νεύρα που της χαλούσε την καλή διάθεση και γύρισε προς το μέρος του, πάνω που έβγαζε το κράνος του. «Κάρλος;» μονολόγησε έκπληκτη κι εκείνος χαμογέλασε.

«Καθόλου δεν έχεις αλλάξει, έτοιμη για καυγά είσαι», την πείραξε, κι η Ναταλία γέλασε.

«Μάλλον μόνο εσύ με προκαλείς, γιατί μόνο με σένα τσακώνομαι», ανταπέδωσε και του έδωσε μια ζεστή αγκαλιά. «Επέτρεψέ μου να πω ότι εσύ, άλλαξες πολύ, φαίνεσαι πιο υγιής», συνέχισε, κοιτώντας το σώμα του που δεν θύμιζε σε τίποτα τον κοκαλιάρη Κάρλος που την είχε πληγώσει με τα λόγια του. Πλέον σκεφτόταν τι είχε πει και δεν θύμωνε. Ήταν πληγωμένος, χαμένος εντελώς, και τα έβαλε με εκείνη που προσπαθούσε να ορθοποδήσει, σε μια εντελώς λάθος ώρα και στιγμή. Τότε σίγουρα δεν ήθελε να τον συγχωρήσει, τώρα όμως είχε προχωρήσει παρακάτω.

Άγρυπνες νύχτες στη ΜαδρίτηHikayelerin yaşadığı yer. Şimdi keşfedin