Κεφάλαιο 5

1.1K 160 23
                                        

Ο Τζον οπλίστηκε με θάρρος και ξεκίνησε για το ταξίδι του.Το γέρικο άλογο του κουραζόταν συχνά κι έτσι οι στάσεις που έκανε ήταν συχνές.
Διάλεξε να πάει μέσα απ'το δάσος,σε περίπτωση που έπεφτε σε στρατιά  ιπποτών. Εκεί είχε πολλές κρυψώνες και είχε ελπίδα να γλιτώσει.
Η νύχτα δεν άργησε να 'ρθει,το σκοτάδι έριξε το μαύρο πέπλο του κι έκανε το δάσος να μοιάζει άγριο και τρομακτικό.
Ο Τζον βρήκε μία μεγάλη κουφάλα δέντρου και αποφάσισε να περάσει τη νύχτα εκεί.
Έδεσε το άλογο του και αφού έφαγε λίγο ξερό ψωμί ξάπλωσε να ξαποστάσει.

Η ησυχία του τελείωσε απότομα όταν ένιωσε κάτι να του χτυπάει τις μπότες. Στην αρχή δεν κατάλαβε που βρισκόταν και νόμιζε πως η κυρά του του χάλαγε πάλι την ηρεμία.
Μα όταν το σκούντηγμα έγινε πιο έντονο και πιο δυνατό,άνοιξε με δυσκολία το ένα μάτι του να δει τι είναι.
Δύο ζευγάρια θεώρατες μαύρες μπότες στέκονταν μπροστά του.
Ανηφόρισε και αυτό που αντίκρυσε ήταν ακόμη πιο.......τεράστιο. Η καρδιά του Τζον σφίχτηκε  κι  άρχισε να χτυπά δυνατά. Ειχε πέσει σε στρατιώτες ,αυτό που φοβόταν περισσότερο απ'οτιδήποτε άλλο.

Ο άντρας φορούσε πανοπλία με μπόλικα μπιχλιμπίδια,που έδωσε στο Τζον να καταλάβει ότι σίγουρα δεν ήταν ένας απλός ιππότης,οτι κατέχει κάποιον τίτλο.
Ήταν πανύψηλος,με φαρδιές πλάτες.Τα μαλλιά του κάστανοξανθα έβγαιναν κάτω απ την περικεφαλαία του.Δυο μάτια γκρίζα και ψυχρά ξεχώριζαν απ' την αλυσόπλεκτη κουκούλα του. Κοίταζε τον Τζον με περίεργια και προσπαθούσε να τον διαβάσει.

"Ποιός είσαι του λόγου σου και τι κάνεις μες στο δάσος μοναχός? Δεν ξέρεις τι κίνδυνο διατρέχεις εδώ που βρέθηκες".

Η φωνή του βαριά και δυνατή,τα λόγια του σταθερά και σίγουρα βγαίναν απ'το στόμα του.

"Με...με λένε Τζον Μίλερ,κυ..κύριε, είμαι υποτακτικός στο Σεμιγέ".

"Στο Σεμιγέ ειπες? Του λόρδου Ντε Μπερ?".

"Ή..ηξερες τον αφέντη μου,κύριε?".

"Τον ήξερα Τζον. Αλλά δεν μου πες τι κάνεις μες στο δάσος?".

"Κύριε, η κυρά μου, Ραβένα Ντε Μπερ,μ' έστειλε να παραδώσω μία επιστολή στο λόρδο Μάγερ του Μονταγιού".

Τώρα ο άντρας τον κοιτούσε με μεγαλύτερη περιέργειά από πριν.
Ένας δεύτερος άντρας τους πλησίασε ,ήταν εξίσου ψηλός και τρομακτικός.

"Τι έχουμε εδώ κανέναν απ' τα τσιράκια του Γκρουμπερ?".

Ο Τζον πετάχτηκε πάνω μόνο στο άκουσμα του ονόματός αυτού. Κούνησε το κεφάλι με δύναμη και με τρεμάμενη φωνή απευθύνθηκε στον δεύτερο άντρα.

Αιχμάλωτη Του Μίσους ΤηςStories to obsess over. Discover now