Με ένα καλό χαρτί

2K 229 16
                                        

Το καλό χαρτί το παίζεις είτε  στην αρχή είτε στο τέλος. 

Ο Πατέρας της Κατ


Ας ξεκινήσουμε με αυτό: Ποτέ μην βρίζεις τον άνθρωπο που θελεις να ζητήσεις χάρη.

Λοιπόν η Κάτια αυτο θα το σκεφτόταν για μέρες μετά. Όπως και πως θα μπορούσε να παρει εκείνο το " αη γαμήσου " που ξεστόμισε μπροστά στο καταπληκτο Τζακ. 

Θα μπορούσε τουλάχιστον να μεινει και να μαλώσουνε αλλά εκείνος δεν εκλεισε το τηλέφωνο.

"Θα μπορούσα να του σπασω το βάζο" μουρμούριζε στον Λάντον όλα εκείνα που θα μπορούσε να κάνει, εκτός απο το χειρότερο: Απλά έφυγε τρέχοντας .

Τα απογεύματα πήγαινε τις μεγάλες βόλτες του Λάντον. 

Αλλά εκείνο το απόγευμα εκανε πολύ κρύο. Ξεκίνησε να χιονίζει αραια, σαν υπόσχεση μιας επερχόμενης χιονοπτώσης. Ο Λαντον γαυγιζε μανιωδως όλες τις χιονονιφάδες. Τραβούσε το λουρί δεξιά αριστερά, χοροπηδούσε να τις πιάσει και μετά απο ένα τέταρτο η Κάτια γύρισε παραιτημένη στο σπίτι της.  Άναψε τον υπολογιστή πάνω στο κρεβάτι της και κοίταξε το άρθρο που προσπαθούσε να γράψει εδώ και μήνες. Ήξερε πως επρεπε να το τελειώσει άμεσα . Στην αξιολόγηση της δεν θα είχε σχεδόν τίποτα αξιόλογο, όταν αλλοι είχαν ήδη δημοσιεύσει σε έγκριτα περιοδικά αρχαιολογίας.

Έκανε σκρολ το άρθρο, κοιταξε την ανασκόπηση και έκλεισε το λαπτοπ απότομα. Ίσως να έπινε ένα καφέ πρώτα. 

"Πάω για καφέ Λάντον. Δεν θα αργήσω . Περίμενε"

Ο Λάντον της γαύγισε θυμωμένος. 

"Καλο σκυλάκι"

Της γρύλισε. Μισούσε τα υποκοριστικά.

Βγήκε για ακόμη μια φορά στο κρύο . Οι λίγοι περαστικοί του δρόμου ήταν ντυμένοι όλοι σαν κρεμμύδια. Μπουφάν χοντρά και κασκόλ, γάντια και σκουφιά χαμηλά ως τα μάτια. Στην γωνία ήταν το καφέ του Τζεημς. Η τζαμαρία είχε γεμίσει χνώτα, δημιουργώντας μια αίσθηση θαλπωρης. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνική , όχι οτι επιδίωξε ποτέ να είναι. Αλλά της άρεζε πάντα η αίσθηση να πίνει καφέ στο μπαρ μόνη της μέσα σε πολύ κόσμο.

Καθώς άνοιξε την πόρτα , μια γλυκιά ζεστασιά μπερδεμένη με άρωμα καφέ την έκανε να λασκάρει το κασκολ της.

"Τζεημς" σηκωσε το χέρι της ελαφρα και έκατσε στο σκαμπό στην γωνία εκείνο που αν είχε όνομα θα μπορούσε να ονομαστεί " το σκαμπό που κάθεται κάθε απόγευμα η Κάτια και κοιτάει έξω τον δρόμο"

Μια Παρτίδα ΈρωταDonde viven las historias. Descúbrelo ahora