ΚΕΦ 6Α

283 40 2
                                        


Ένας εφιάλτης τον ξύπνησε απότομα.

Το κεφάλι του σφυροκοπούσε ένας οξύς πόνος και τα μάτια του έκαιγαν. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε να σταθεί στο παράθυρο. Χρειαζόταν αέρα, άνοιξε διάπλατα τα φύλλα και πήρε βαθιές εισπνοές. Η βροχή είχε σταματήσει. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος εισχώρησε στα ρουθούνια του και τον αναζωογόνησε. Η νύχτα επέβαλε ακόμα την παρουσία της άλλα όχι για πολύ. Κίτρινες γραμμές φωτός ταξίδευαν στον ουρανό και έσκιζαν το πέπλο της.

Φόρεσε ένα παντελόνι ιππασίας, ψηλές μπότες και άρπαξε το πρώτο πουκάμισο που βρέθηκε  μπροστά του. Ύστερα κατευθύνθηκε προς τους στάβλους όσο έκανε σενάρια και υπολογισμούς στο μυαλό του. Ο Λίο πάντα δημιουργούσε πολύ θόρυβο γύρω από το όνομά του, όταν έχανε και το παραμικρό, πόσο μάλλον μια κληρονόμο λάφυρο. Οι στρατιωτικοί και τα τσιράκια του θα κινούσαν γη και ουρανό για να τη βρουν, όχι μόνο για να λάβουν τα χρήματα που τους έταξε αλλά και για να μην αντιμετωπίσουν τις σκληρές τιμωρίες του τέρατος. Η άμαξα ήταν η μόνη λύση για να φτάσουν με ασφάλεια μέχρι το πολύβουο λιμάνι. Θα τους προστάτευε από άτυχες συναντήσεις και από καταδοτικά, φλύαρα μάτια.

Βρήκε τον Τζον καθισμένο σε ένα κοντό σκαμνί να καθαρίζει μια σέλα.

- Καλημέρα,  είπε ο Τζον και σηκώθηκε από το σκαμνί του.

- Καλημέρα Τζον. Ετοίμασε τη μικρή άμαξα και φέρε την από την πίσω πλευρά του αρχοντικού, σε μία ώρα.

- Που θα πάμε; Ρώτησε ο Τζον διαπιστώνοντας το ασυνήθιστο της ώρας.

- Θα πάμε στο ψαροχώρι της Χρυσής Ακτής, απάντησε σκεπτικός ο Αλεξάντερ και με το χέρι του χάιδεψε το πηγούνι του.

...Θα συνοδεύσουμε τη φιλοξενούμενή μας. Να δέσεις τα δυο άλογα μας στην άμαξα, γιατί θα συνεχίσουμε με αυτά.

- Όπως επιθυμείς, είπε ο Τζον.

- Και φυσικά ποτέ δεν έγινε αυτή η συζήτηση Τζον. 
Ο τόνος του ήταν αχρείαστα αυστηρός. Ο Τζον ήταν ακέραιος άνθρωπος, τηρούσε πάντα τις υποσχέσεις του και ήταν εχέμυθος. Είχαν μεγαλώσει μαζί με τον Αλεξάντερ, ταίριαζαν οι χαρακτήρες τους και αναπόφευκτα είχε αναπτυχθεί φιλία μεταξύ τους παρά τις κοινωνικές διαφορές τους.

- Δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα,  συμφώνησε με τόση ευθυμία που ο Αλεξάντερ δύσκολα συγκράτησε το χαμόγελο του.

ΑΝΑΡΜΟΣΤΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - Η ΣΥΜΦΩΝΙΑDonde viven las historias. Descúbrelo ahora