11. Μπασταρδε

89 9 2
                                        

Ο ηχος που εκαναν τα πανινα παπουτσια μου εναντια στην ασφαλτο ηταν το μονο που ακογοταν μεσα στη νυχτα, μαζι με κατι αμαξια, τα οποια περνουσαν, που και που απο εδω, κορναροντας, στριβοντας αποτομα σε σημεια που δεν επρεπε να στριψουν, γκαριζοντας τραγουδια, κατα τα οποια τα περισσοτερα δεν υπαρχουν καν, κι ολα αυτα λογω της μεθης.

Επρεπε αυτο να το εχω ως δεδομενο πια. Το ολο θεμα με την ακαταπαυστη φασαρια, το αλκοολ, τους μεθυενους εφηβους να χορευουν χωρις σταματημο στα κλαμπ . . .
Κι ομως, τωρα, κατι εχει αλλαξει. Ειναι σαν να βρισκομαι πρωτη φορα σε τετοια μερη, με τα μονα που να εχουν λογικη να ειναι η ροη των ναρκωτικων μεσα στο αιμα των καταναλωτων τους κι αυτος ο ενας ανθρωπος, εκει μεσα, ο οποιος ξερει οτι δεν ειναι εκει για διασκεδαση.

«Αντυ;»
Κοιταξα γυρω μου. Παρολο που ηταν σκοτεινα μπορεσα να αναγνωρησω τον μικρο, κοντο φραχτη ηταν γυρω απο το γνωστο, για μενα, σπιτι.

Ω χριστε μου!
Ημουν στο σπιτι των παιδιων, ημουν στο σπιτι του Τζο και . . . --
«Τι κανεις εδω;»

. . . και μπροστα μου ηταν ο Εντουαρντ. Το μοναδικο ατομο που δεν περιμενα να δω μετα απο το αποψινο περισταρικο με τον φιλο του.

Εξυσε τα ανακατεμενα μαλλια του, περιμενοντας μια απαντηση, ενω το αλλο του χερι μετακινηθηκε στο μαυτο μποξερ--

Μισο στο ποιο;!

«Μαλλον δεν περιμενες να με δεις ετσι.» χασκογελασε αμηχανα, κοιταζοντας κατω.

Λοιπον, η κατασταση θα ηταν πολυ πιο ανετη αν εγω και τα αδιακριτα, διαπεραστικα μου ματια δεν καρφωναμε εκεινο το εξωγκωμα του εσωρουχου του!

Σε χρονο φωτος καλυψα με τα χερια μου το ηλιθιο προσωπο μου και ξεκινησα να το παιζω ανετη. Οσο ανετη, δηλαδη, θα μπορουσα να ειμαι οταν ακριβως μπροστα μου βρισκοταν ενας μισογυμνος αντρας.

«Εεεε, ναι, ναι. Βασικα οχι.» γαμωτο τι λεω;! «Ε-εγω ηρθα χωρις προειδοποιηση και δεν ε-επρεπε να το κανω αυτο, οποτε πρε-πρεπει να ζητησω συγγνωμη.»

Ω υπεροχα! Με επιασε λογοδιαρροια! Μπραβο Αντυ, μολις τον εκανες να νομιζει οτι εισαι ηλιθια!

«Λοιπον, συγγνωμη!»

Ενα γλυκο γελακι γλυστρησε απο τα χειλη του, αφηνοντας κιλα απο αγχος να προσκολησουν στο στομαχι μου, κανοντας το ενα χαζο, γερο κομπο. Απαλα δαχτυλα ακουμπησαν τους καρπους μου, τοτς ετριψαν απαλα οσο τιυς χαμηλωναν επιτρεποντας στο προσωπο μου να αποκαλυφθει.

Μόνο Μία ΦοράHistórias para pegar e não largar. Descubra agora