21. Είναι αργά

79 7 0
                                        

Το χαμόγελο μου είναι πλατύ, όσο το σώμα μου κινείται επιδέξια μπροστά απ' τον πάγκο της κουζίνας, ψάχνοντας σε συρτάρια και ντουλάπια οτιδήποτε φαγώσιμο.

«Τι έχεις εσύ;» η βραχνιασμένη φωνή του Νικ επικρίνει την διάθεση μου.

Αγνοώντας τον, όπως συνήθως, συνεχίζω να ελίσσομαι σαν ψάρι μέσα στο νερό. Στην τέταρτη απόπειρα να βρω κάτι που να μην έχει μούχλα ή να μην βρωμάει, το αρπάζω και το χώνω απευθείας στο στόμα μου, μη βλέποντας καν τι καταναλώνω. Αν κρίνω από την γεύση είναι φέτα του τοστ.

«Πως πάει η δουλειά;»

Τι;

«Πώς;»

Η έκφραση του σκλήρυνε και η κυκλοθυμική όψη του χαρακτήρα του έκανε την εμφάνιση της «Η δουλειά, Άντυ! Το κωλοτρίψιμο σου στους άντρες!»

Όπου κι αν πετούσα δευτερόλεπτα πριν, τώρα, σίγουρα είμαι προσγειωμένη όχι απλά στην πραγματικότητα, αλλά συγχωνευμένη σε αυτήν.

«Α...» το μυαλό μου επεξεργάζεται απαντήσεις που δεν θα οδηγούσαν σε ένα λουτρό αίματος με τον Νικ να με απειλεί και να με κυνηγάει όπως ήμουν μικρή – και η εκδοχή του να πω την αλήθεια, ότι τις τελευταίες μέρες δεν πάτησα το πόδι μου σε κλαμπ, θα επιφέρει μεγάλο σαματά «... καλά πάει.»

Κορμοστασιά χαμηλή για ανθρωπόμορφο τέρας, χοντρή για ζωντανό εφιάλτη σηκώνεται από την καρέκλα του και πλησιάζει απειλητικά κοντά.

Αηδιάζω στη θύμηση των βαριών λέξεων που χαράκωναν την αθώα παιδικότητα μου και βάζω στοίχημα ότι κάτι τέτοιο δεν αργεί να επαναληφθεί.

Αν υπάρχει Θεός, ας φροντίσει να με σώσει. Τώρα.

«Ξέρεις... χθες το βράδυ γύρισες αργά.» τα παχιά του δάχτυλα χαϊδεύουν την παλιά, ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού «Μα, Άντυ...» με κοίταξε με τις άκρες του χειλιών του να αποπνέουν αλαζονεία «... δεν έφερες χρήματα.»

Το στήθος μου σφίγγεται μονομιάς. Ξέρω πού θα οδηγήσει αυτό – ξέρω πώς θα καταλήξω! Ξέρω ακόμα και τα σημεία, τα οποία θα δεχτούν τα χτυπήματα του· και, γαμώτο, δεν θέλω να παρακολουθήσω την συνέχεια, πόσο μάλλον να την ζήσω!

«Νικ, εγώ... —»

«Μάλιστα θα έλεγα, ότι λείπουν και λίγα.» διέκοψε υψώνοντας τον τόνο του.

Μιλάει για τα πέντε δολάρια που πήρα χθες, αυτά που δεν πρόλαβα καν να ξοδέψω για να γεμίσω το στομάχι μου, αυτά που δεν ήταν αρκετά για να πάρω το βιβλίο που ήθελα. Αυτά που είναι πάνω στην συρταριέρα μου!

Σαν αστραπή, η ιδέα του να του τα παραδώσω με χτυπάει, διαταράσσοντας κάθε νευρώνα του εγκεφάλου μου. Στην σκέψη αυτή όλο μου το είναι ξεσηκώνεται, πανηγυρίζοντας.

«Πε-περίμενε!»

Το σώμα του έπαψε να μειώνει βασανιστικά αργά την απόσταση ανάμεσα μας, με αποτέλεσμα να μειωθεί, κάπως, και η αποπνικτική μυρωδιά αλκοόλ που κουβαλάει μαζί του.

Έκφραση απορημένη, φρύδια ενωμένα, σκασμένα, υπερβολικά λεπτά χείλη σφίγγονται, δυσανασχετώντας για την απότομη διακοπή παραγωγή τρόμου.

«Μπορώ να σου τα δώσω!» λέω με ένα μικρό τρέμουλο να κολλάει στο κορμί μου.

Χριστέ μου, θέλω τόσο πολύ να μην είμαι εδω αυτή τη στιγμή!

«Πώς;» γρυλίζει.

Καταπίνω με δυσκολία. Αισθάνομαι ήδη την γέννηση μερικών πληγών να σκάβουν το δέρμα μου από τα χέρια του ή από άλλα αντικείμενα. Ευτυχώς ο πόνος αντιπροσωπεύεται από ένα μικρό μούδιασμα κι όχι από την διαπεραστικότητά του.

«Θα σου τα επιστρέψω! Τώρα αμέσως, αν θες!» κάνω ένα βήμα πίσω, έτοιμη να τρέξω στο δωμάτιο μου και να του πετάξω τα πέντε διολεμένα δολάρια και να φύγω από αυτό το τερατόσπιτο!

Μερικά δευτερόλεπτα αφήνουν γρατζουνιές όσο περνάνε στον παλώμενο μυ. Το άγχος μου παίζει κυνηγητό με την επιθυμία μου να κλάψω, παγιδεύοντας με να τα σταματήσω πριν τα δάκρυα μπουν στο μικρό τους παιχνίδι.

Χαμογελάει.

Ένα χαμόγελο ξεβρασμένο από της καλάσεως την θάλασσα· αρνούμενη να καταδεχτεί την ασχήμια του, την τοξικότητα του, την ίδια του την πηγή το πέταξε σε εμένα, αδιάφορη για τις επιπτώσεις του στο άτομο μου.

«Μα, Άντυ, τώρα είναι αργά.»

Είμαι νεκρή...

____________________________

Hmh

Μόνο Μία ΦοράOnde histórias criam vida. Descubra agora