Ξύπνησα απότομα. Τα μάτια μου έψαχναν απεγνωσμένα το φως, και με μια κίνηση άρπαξα το κινητό από το κομοδίνο. Η οθόνη άναψε και μ' ένα καρδιοχτύπι συνειδητοποίησα πως είχα αργήσει. Και όχι λίγο.
Ένιωσα τον πανικό να με κατακλύζει. Πετάχτηκα απ' το κρεβάτι σαν σφαίρα, τρέχοντας πάνω-κάτω στο δωμάτιο, προσπαθώντας να ντυθώ, να βρω την τσάντα μου, να μαζέψω τα μαλλιά μου, όλα ταυτόχρονα.
Ο Στέφανος! πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό μου. Ή είχε φύγει και με είχε παρατήσει ή το πιθανότερο ακόμα κοιμόταν, επειδή δεν τον είχα ξυπνήσει εγώ. Λες κι είναι δέκα χρονών.
Με γρήγορα βήματα και βαριά αναπνοή έφτασα στο δωμάτιό του. Τον είδα κουκουλωμένο, βυθισμένο σ' έναν ύπνο βαθύ και τεμπέλικο. Ξεφύσησα δυνατά, πλησίασα και άρχισα να τον σκουντάω επίμονα.
«Στέφανε, σήκω! Αργήσαμε!» φώναζα
«Εε... δεν θα έρθω καν.» μουρμούρισε μέσα από τα σκεπάσματα και γύρισε πλευρό σαν να μην άκουσε τίποτα.
«Καλά, αλλά μην λες ότι δεν σε ξύπνησα.» απάντησα κοφτά και έφυγα χωρίς να προσπαθήσω να τον ξυπνήσω.
Άρπαξα την τσάντα μου και βγήκα από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας. Ήταν η πρώτη φορά που είχα ετοιμαστεί τόσο γρήγορα, σχεδόν έσπασα κάθε προσωπικό μου ρεκόρ.
Έφτασα επιτέλους, και το σχολικό κτίριο στεκόταν σιωπηλό, οι διάδρομοι άδειοι, ψιθυρίζοντας το πόσο αργοπορημένη ήμουν. Περπάτησα προς την τάξη μου, πήρα μια βαθιά ανάσα λόγο ότι είχα ήμουν λαχανιασμένη και χτύπησα την πόρτα.
«Να περάσω;» ρώτησα δειλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Όλα τα βλέμματα γύρισαν επάνω μου, μια ολόκληρη αίθουσα να με καρφώνει σιωπηλά. Η καθηγήτρια έγνεψε λιτά και εγώ πέρασα, προσπαθώντας να μη δείξω την αμηχανία μου. Κάθισα στο θρανίο μου βιαστικά και ακούμπησα την τσάντα δίπλα, ξεφυσώντας ήσυχα.
«Νωρίς νωρίς...» μου ψυθίρισε η Ελένη, γελώντας.
«Άσε... άργησα να ξυπνήσω.» της απάντησα χαμηλόφωνα, ενώ έβγαζα τα βιβλία μου προσπαθώντας να μπω ξανά στους ρυθμούς της ημέρας.
«Μην ξεχάσεις, σήμερα θα πας στο καφέ για να μιλήσεις με τον θείο μου!» μου υπενθύμισε
Το ξέχασα τελείως αυτό.
[...]
Σχολάσαμε και τώρα στέκομαι έξω από την καφετέρια, ένα γνώριμο στέκι για πολλούς μαθητές ειδικά μετά από τις «παραδοσιακές» κοπάνες. Ο χώρος πολυσύχναστος, ζωντανός, σχεδόν φοιτητικός, με υπολογιστές, άνετους καναπέδες και τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ να αιωρείται στον αέρα.
YOU ARE READING
I'm in love with you
RomanceΚαθώς περπατούσα ακούω μια αντρική φωνή... «Κοπέλα μου πρόσεχε που πας!» «Ε τι;» είπα και έβγαλα τα ακουστικά μου προσπαθώντας να καταλάβω τι έγινε,κοιτάζω και βλέπω ένα αγόρι με ένα καφέ στο χέρι ο οποίος έχει πέσει πάνω μου. «Δεν βλέπεις μπροστά σ...
