Ήταν από εκείνα τα πρωινά που δεν ξέρεις αν νιώθεις βαρύ ή ελαφρύ. Ο ουρανός πάνω από το Λονδίνο ήταν όπως πάντα μουντός, αλλά εγώ είχα μια φωτιά μέσα μου. Όχι ένταση. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και έλεγξα ακόμη για μια φορά την βαλίτσα μου. Έπειτα βγήκα από το δωμάτιο για να δω που βρίσκεται η Ελένη.
Η Ελένη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, με την πλάτη γυρισμένη προς εμένα. Η κορδέλα που φορούσε όλη μέρα, εκείνη η μαλακή μπλε που της αγκάλιαζε το πρόσωπο, ήταν αφημένη στον νιπτήρα. Το κεφάλι της ήταν γυμνό, καθαρό, χωρίς τρίχα. Οι θεραπείες είχαν κάνει τη δουλειά τους. Το ήξερα, αλλά πρώτη φορά την έβλεπα έτσι. Χωρίς κάλυμμα. Χωρίς πανοπλία.
Ήταν ακίνητη. Κοίταζε το πρόσωπό της σαν να προσπαθούσε να το αναγνωρίσει.
Δεν είπε τίποτα.
Ούτε εγώ.
Ήταν σαν να είχα εισβάλει σε ιερή στιγμή. Αλλά δεν μπορούσα να φύγω. Δεν ήθελα να την αφήσω μόνη της σ' αυτό.
Τα μάτια της βούρκωσαν, κι ένα δάκρυ κύλησε ήσυχα στο μάγουλό της.
«Θα νιώθει ακόμα για εμένα το ίδιο αν με δει έτσι;»έλεγε καθώς έπιανε το καραφλό κεφάλι της.
«Ο Κώστας;»
Έγνεψε αργά, χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον καθρέφτη.
«Έχω να τον δω μήνες. Και τώρα... έτσι. Δεν ξέρω αν θα είμαι πια για εκείνον όπως ήμουν. Αν με δει και...»
Δεν ολοκλήρωσε.
Πλησίασα αργά και στάθηκα πίσω της. Κοίταξα κι εγώ τον καθρέφτη. Είδα μια γυναίκα δυνατή. Που δεν λύγισε. Που πάλεψε. Που ακόμα παλεύει.
«Δεν είσαι όπως ήσουν», της είπα απαλά. «Είσαι κάτι περισσότερο.»
Με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. Τα μάτια της γέμισαν.
«Είσαι όμορφη, Ελένη. Όχι επειδή έχεις ή δεν έχεις μαλλιά. Αλλά επειδή στέκεσαι ακόμα όρθια. Και γιατί αγαπάς. Κι εκείνος το ξέρει αυτό. Θα το δει. Θα το νιώσει.»
Έσκυψα και την αγκάλιασα από πίσω, ακουμπώντας το πηγούνι μου στον ώμο της. Το κορμί της ήταν λεπτό, ευαίσθητο. Μα η καρδιά της... εκείνη ήταν βουνό.
«Φοβάμαι», μου ψιθύρισε.
«Κι εγώ», της απάντησα. «Αλλά πάμε. Μαζί.»
Έκλεισε τα μάτια για λίγο.Ύστερα φόρεσε ξανά την κορδέλα της αργά, προσεκτικά. Όχι για να κρυφτεί. Αλλά σαν να ετοίμαζε τον εαυτό της για μάχη.
YOU ARE READING
I'm in love with you
RomanceΚαθώς περπατούσα ακούω μια αντρική φωνή... «Κοπέλα μου πρόσεχε που πας!» «Ε τι;» είπα και έβγαλα τα ακουστικά μου προσπαθώντας να καταλάβω τι έγινε,κοιτάζω και βλέπω ένα αγόρι με ένα καφέ στο χέρι ο οποίος έχει πέσει πάνω μου. «Δεν βλέπεις μπροστά σ...
