ARHS
Η ώρα ήταν τρεις. Ο δείκτης του ρολογιού είχε μόλις ακουμπήσει τη σιωπή του ξημερώματος όταν άρπαξα νευρικά τα κλειδιά της μηχανής. Τα δάχτυλά μου ίδρωναν, μα δεν με ένοιαζε. Ο ήχος του κινητήρα ξέσπασε σαν κραυγή στη σιγή της νύχτας, και το μέταλλο άγγιζε την άσφαλτο σαν αδέσποτος λύκος. Γκάζωσα. Σχεδόν εκατό. Ο αέρας σπάθιζε το πρόσωπό μου με μανία, μα εγώ δεν ένιωθα τίποτα. Έτρεχα κι ας μην ήξερα ακριβώς τι κυνηγούσα.
Μερικά λεπτά αργότερα ήμουν ήδη εκεί. Ήξερα ότι θα τους έβρισκα. Τζον και οι άλλοι πάντα σ' εκείνη την ώρα, πάντα σ' εκείνο το σημείο, σαν ιεροτελεστία.
Καθισμένοι στον βρώμικο καναπέ, μ' ένα πέπλο καπνού να στροβιλίζεται πάνω από τα κεφάλια τους, οι γνώριμες φιγούρες μου φάνηκαν ξαφνικά ξένες.
«Βρε βρε, ποιος ήρθε,» είπε ο Τζον, τρίβοντάς μου παιχνιδιάρικα το κεφάλι με τη χοντροκομμένη παλάμη του.
Χωρίς να προλάβω να αντιδράσω, βυθίστηκα ανάμεσά τους. Ο καναπές βούλιαξε από το βάρος μου και ο Τζον μου έκλεισε το μάτι, απλώνοντας μπροστά μου το μαύρο σαν να προσέφερε τιμή. Το κοίταξα. Το ήξερα. Τόσους μήνες καθαρός... Κι όμως, το χέρι μου δεν το άγγιξε.
Αρνήθηκα.
Το βλέμμα του Τζον καρφώθηκε πάνω μου γεμάτο απορία, σχεδόν απογοήτευση.
«Πού είναι η γκόμενά σου;» ρώτησε, φυσώντας επιδεικτικά καπνό στο πρόσωπό μου.
«Τζον, μην αρχίζεις Ε.» Η φωνή μου ήταν κοφτερή, σκληρή. Δεν ήθελα να μπω σε αυτό το παιχνίδι ξανά.
«Καλά, τώρα ούτε να ρωτήσουμε δεν μπορούμε;»
Δεν του απάντησα. Σηκώθηκα απότομα, σχεδόν μηχανικά, και άρπαξα τα σπρέι μου. Όλα μέσα μου ήταν ανακατεμένα. Παλιά, δεν ήμουν έτσι. Απορώ ακόμα πώς έκανα τόσο κολλητή παρέα μαζί τους. Ρεμάλια ήμασταν. Ποτά, τσιγάρα, γκόμενες, καφρίλες... ακόμα και μικροκλοπές. Όχι σοβαρές απλώς για την πλάκα. Περνάγαμε νύχτες γεμάτες πρόκληση, με στοιχήματα του τύπου «ποιος θα ρίξει την άλλη» ή «με πόσες θα πάει ο καθένας μέχρι το τέλος του μήνα». Τους έλεγα αδέρφια. Είχαμε κανόνες, γραμμένους με κόκκινο σπρέι στον τελευταίο τοίχο, πίσω από το κτήριο.
Ο τελευταίος και βασικός: «Ποτέ κανένας δεν θα βρει γκόμενα. Μόνο καλοπέραση.»
Έτσι ήμασταν. Αυτό λέγαμε, αυτό κάναμε. Κι εγώ... εγώ το πίστευα τότε. Τι άλλαξε;
Το συνειδητοποίησα ζωγραφίζοντας έναν τοίχο, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Όταν τέλειωσα, πέταξα το σπρέι στο χώμα και έφυγα σιωπηλά, χωρίς καν να χαιρετήσω τους υπόλοιπους. Ήμουν τύφλα. Είχα πιει πολύ, είχα καπνίσει ακόμα περισσότερο. Τα βήματά μου με οδήγησαν στο σπίτι, όπου μπήκα σαν κλέφτης, σιωπηλός, μην τυχόν και ξυπνήσω τον πατέρα μου.
ESTÁS LEYENDO
I'm in love with you
RomanceΚαθώς περπατούσα ακούω μια αντρική φωνή... «Κοπέλα μου πρόσεχε που πας!» «Ε τι;» είπα και έβγαλα τα ακουστικά μου προσπαθώντας να καταλάβω τι έγινε,κοιτάζω και βλέπω ένα αγόρι με ένα καφέ στο χέρι ο οποίος έχει πέσει πάνω μου. «Δεν βλέπεις μπροστά σ...
